Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2018

«Ο χιονάνθρωπος» - Jo Nesbo


Πάνε τρία χρόνια από την γνωριμία μου με τη μυθιστορηματική γραφή του φημισμένου Νορβηγού συγγραφέα. Η πρώτη εκείνη επαφή δεν μου είχε αφήσει τόσο ικανοποιητική επίγευση και έτσι δεν υπήρξε συνέχεια.

Βέβαια, καθώς ήδη στην βιβλιοθήκη μου υπήρχαν ορισμένα βιβλία του Νέσμπο, μοιραία κάποτε θα ερχόταν ξανά η σειρά του Χάρι Χόλε.
Από τις περιηγήσεις μου στις βιβλιοφιλικές ομάδες, ο "Χιονάνθρωπος" συγκεντρώνει την μεγαλύτερη προτίμηση της αναγνωστικής κοινής γνώμης  και έτσι, εν μέσω Ιουλίου, δεν άργησε να κατέβει από το ράφι.



Νοέμβριος του 2004. Τις ημέρες που πέφτει το πρώτο χιόνι στο Όσλο, εξαφανίζεται η Μπίρτε, μια παντρεμένη γυναίκα μητέρα ενός αγοριού. Ακολουθεί κι η εξαφάνιση ακόμη μιας γυναίκας. Η ομάδα του Χάρι Χόλε αναλαμβάνει τις υποθέσεις και (όπως σε κάθε αστυνομική ιστορία) σιγά-σιγά θα βρει τα κοινά σημεία των υποθέσεων.



Θετική εντύπωση μου άφησε τούτο το ογκώδες μυθιστόρημα. Η πλοκή κυλάει σταθερά γοργά και η ιστορία διαβάζεται μονορούφι. Μονάχα στις τελευταίες εκατό σελίδες ο Νέσμπο το παράκανε λίγο με τις περιγραφές, αλλά για αυτό πιθανότατα ευθύνονται περισσότερο οι εκδοτικές προσταγές και λιγότερο η πολυλογία του Νορβηγού.
Ο (γνωστός προβληματικός αστυνομικός) Χάρι Χόλε μου φάνηκε πολύ συμπαθής. Μου δόθηκε η αίσθηση ότι μέσα στην σειρά των βιβλίων εξελίσσεται, και θα ήθελα να γνώριζα το παρελθόν του, όπως αυτό παρουσιάζεται στα προηγούμενα βιβλία της σειράς.

Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε και το κίνητρο που επελέγη από τον συγγραφέα. Είναι αρκετά πρωτότυπο και θίγει ένα κοινωνικό ζήτημα, που δεν είναι και τόσο πιασάρικο ώστε να τραβήξει πολλούς συγγραφείς να το θίξουν.

Παρά τη συνολικά θετική μου γνώμη, δεν μπορώ να παραβλέψω το ότι είναι ευδιάκριτη η "συνταγή", την οποία (εικάζω πως) ακολουθούν οι περισσότεροι σύγχρονοι συγγραφείς, και η οποία περιλαμβάνει τα εξής υλικά :
  • αρκετές εκατοντάδες σελίδες
  • προβληματικός πρωταγωνιστής (λ.χ. αλκοολικός / μανιώδη καπνιστής / χρήστης ουσιών / με ασταθείς σχέσεις με το άλλο φύλλο / με ανύπαρκτη ή προβληματική οικογένεια, κ.α.)
  • εκτεταμένη παρουσίαση του παρελθόντος όλων των  χαρακτήρων (πρωτεύοντων και δευτερεύοντων)
  • ανατροπές επί ανατροπών (για να προσομοιωθεί η αγωνία ενός θρίλερ, αλλά και ...για να αυξηθεί ο αριθμός των σελίδων)

Τελικά, ο "Χιονάνθρωπος" όχι μόνο δεν με απογοήτευσε, αλλά  - αντιθέτως -  μου έδωσε όρεξη να ασχοληθώ περαιτέρω με την εργογραφία του Νέσμπο.



εκδ. Μεταίχμιο
μτφ. από τα αγγλικά Γωγώ Αρβανίτη
σελ. (pocket) 644


Τι νομίζεις πως ονειρεύονται οι φιλόδοξοι μέλλοντες στρατηγοί όταν τους λέω ότι οι γνώστες της στρατιωτικής στρατηγικής έχουν αλλάξει τον ρου της παγκόσμιας Ιστορίας ;  Νομίζεις πως ονειρεύονται ότι θα κάθονται ήσυχα ήσυχα ελπίζοντας στην παγκόσμια ειρήνη, για να λένε μετά στα εγγόνια τους ότι απλώς έζησαν και κανείς δεν θα μάθει ποτέ τι θα ήταν ικανοί να έχουν κάνει ;  Μπορεί να λένε ότι θέλουν ειρήνη, Χάρι, αλλά από μέσα τους κάνουν άλλα όνειρα. Να τους δοθεί έστω και μια ευκαιρία. Στον άνθρωπο είναι πολύ ανεπτυγμένο το κοινωνικό ένστικτο να έχουν οι άλλοι την ανάγκη του, Χάρι. Γι’ αυτό οι στρατηγοί στο πεντάγωνο, μόλις σκάσει ένα πυροτέχνημα οπουδήποτε στον κόσμο, στήνουν αμέσως το πιο μαύρο σενάριο.


Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

«Ο αναγκαίος θάνατος του Λιούις Γουίντερ» - Malcolm Mackay


«Ο αναγκαίος θάνατος του Λιούις Γουίντερ» 
Malcolm Mackay
εκδ. ΠΟΛΙΣ (2014)
σελ. 297
μτφ. Άλκηστις Τριμπέρη


Ο Σκωτσέζος συγγραφέας φαίνεται πως δεν έχει βάλει στόχο να μας αναγκάζει να γυρίζουμε αστραπιαία τις σελίδες για να μάθουμε γρηγορότερα την συνέχεια της πλοκής. Όχι πως όσο διαβάζεις δεν θέλεις να μάθεις τι θα γίνει παρακάτω, αλλά δεν είναι αυτό το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα του πρώτου μέρους της τριλογίας της Γλασκώβης.


Ο Κάλουμ ΜακΛιν είναι ένας μοναχικός 29χρονος επαγγελματίας δολοφόνος. Όλη του η ζωή περιστρέφεται γύρω από την δουλειά του, και γι’ αυτό ακριβώς την παίρνει πάρα πολύ σοβαρά.
Μελετάει σχολαστικά όλες τις λεπτομέρειες πριν από κάθε εκτέλεση που αναλαμβάνει και δεν ποτέ δε αποκλίνει από τις πάγιες συνήθειές του, καθώς γνωρίζει πως ακόμη και η παραμικρή απόκλιση μπορεί να αποβεί μοιραία για την ζωή του.


Το μυθιστόρημα ετούτο δεν είναι ένα καθαρόαιμο αστυνομικό. Δεν είναι του τύπου whodunit. Δεν είναι του τύπου whydunit. Δεν υπάρχει αγωνία για την ταυτότητα του θύματος και για την ταυτότητα του ενόχου. Επίσης δεν υπάρχει αγωνία για το κίνητρο.  Η πλοκή είναι υποτυπώδης και εκτυλίσσεται σχετικά αργά, ενώ και οι ανατροπές δεν είναι το φόρτε του.

Τότε γιατί να το διαβάσει κάποιος ;

Θα το διαβάσει κάποιος για να απολαύσει το έξοχο ψυχογράφημα των χαρακτήρων.
Θα το διαβάσει κάποιος για να κάνει ατελείωτες βουτιές μέσα στο μυαλό όλων των εμπλεκόμενων (εκτελεστών, μαφιόζων, θύματος, υπόπτων, αστυνομικών) και να ζήσει την ιστορία μέσα από την οπτική καθενός ξεχωριστά.
Θα το διαβάσει κάποιος για να βρεθεί στην ευχάριστα παράξενη θέση  να παρακολουθεί σε ζωντανό χρόνο πώς σκέφτεται καθένας από τους χαρακτήρες· ποια διλήμματα αντιμετωπίζει, ποιες παραμέτρους σταθμίζει μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου για να πάρει μια απόφαση – απόφαση που, αν είναι λανθασμένη, μπορεί κάλλιστα να είναι καταδικαστική για την ζωή του.

Όλα τα παραπάνω, μαζί με τον γοργό ρυθμό που επιτυγχάνεται με τις μικρές και κοφτές προτάσεις, γέρνουν την πλάστιγγα υπερ της θετικής άποψης για το βιβλίο (κι ας παρέλειψε ο Mackay να μας παρουσιάσει την σκοτεινή και ζοφερή πλευρά της Γλασκώβης – μολονότι η ιστορία προσφέρεται για κάτι τέτοιο· του το συγχωρούμε και περιμένουμε να το δούμε στην συνέχεια της τριλογίας).



Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Γ. Μαρής : «Υπόθεση εκβιασμού» & «Τα χέρια της Αφροδίτης»

Τον τελευταίο καιρό διάβασα δύο από τα μυθιστορήματα του Γιάννη Μαρή, που έχουν κεντρικό ήρωα τον αστυνόμο Μπέκα.



      Πριν λίγες εβδομάδες ξεκίνησα με την «Υπόθεση εκβιασμού», η οποία με είχε ενθουσιάσει. Παρά το ότι -λόγω περιορισμένου χρόνου- το είχα ολοκληρώσει σε διάστημα άνω των 10 ημερών, εντούτοις κάθε φορά που καταπιανόμουν, η αγωνία κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης όλο και μεγάλωνε. Ο Μαρής εξαιρετικά μαεστρικά ξεδιπλώνει, στο βιβλίο ετούτο, το κουβάρι των αποκαλύψεων· εντελώς φυσικά και χωρίς ουρανοκατέβατα ευρήματα. Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για ένα κορυφαίο αστυνομικό μυθιστόρημα.




         Πιο πρόσφατα διάβασα «Τα χέρια της Αφροδίτης».
Ξεκινάει με την γνωστή συνταγή του Μαρή : διάφορα γεγονότα διαδραματίζονται και ο Μπέκας δεν κάνει την εμφάνισή τουαπό νωρίς, αλλά μετά από μερικές δεκάδες σελίδες. Η αφήγηση είναι κοφτή και «to the point», χωρίς σάλτσες και «λογοτεχνικές φιοριτούρες». Απλά και λιτά σε βάζει ολότελα μέσα στην ιστορία και σε κάνει να σκέφτεσαι πως -αν δεν κόψεις ρυθμό- τότε σε λίγες ώρες θα είσαι ήδη σε αναζήτηση του επόμενου αναγνώσματος (!).
         Περίπου από τη μέση και μετά, όμως, η πλοκή παίρνει διαφορετική πορεία. Ενώ  μέχρι εκείνο το σημείο παρακολουθούσαμε την προσπάθεια επίλυσης του γρίφου μέσω της αναζήτησης στοιχείων και ανασύνθεσης γεγονότων με στόχο να συμπληρωθεί η μεγάλη εικόνα (βλ. ΄whodunit΄ & ΄whydunnit΄), η συνέχεια αφιερώνεται στο παρόν και από εκεί και πέρα παρακολουθούμε σε ζωντανό χρόνο μια περιπέτεια (του στυλ «περιπέτεια καταδίωξης»). Η γραφή είναι κινηματογραφική και ταιριάζει απόλυτα με την αλλαγή της πλοκής, όμως, προσωπικά, στα αστυνομικά δεν προτιμώ την  αγωνία της περιπέτειας, αλλά την αγωνία για την λύση του γρίφου –και γι’αυτόν τον λόγο, το συγκεκριμένο με άφησε με μια μέτρια επίγευση.
 



Περισσότερα για τον Μαρή :

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

«Πώς να κάνεις φίλους» - Άντριου Μάθιους

Πριν από τρία χρόνια είχα γράψει ένα κείμενο για την αναπάντεχη χαρά που αισθάνεσαι όταν εντελώς απρογραμμάτιστα αγοράζεις ένα βιβλίο που δεν ήξερες και αργότερα αποδεικνύεται διαμαντάκι.

Έτσι έγινε και πριν λίγες εβδομάδες, όταν σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο έπεσε το μάτι μου σε ένα βιβλίο ψυχολογίας με αφελές εξώφυλλο και με έναν από τους χειρότερους πιθανούς τίτλους. Δεν ξέρω τι με ώθησε να το ξεφυλλίσω, αλλά όταν διάβασα μερικές γραμμές, κατάλαβα ότι δεν πρόκειται για τις συνήθεις ανεφάρμοστες κοινοτοπίες που συγκέντρωσε κάποιος απλώς και μόνο για να δηλώνει εκείνος συγγραφέας και για να νομίζουν οι αναγνώστες ότι θα αλλάξουν δραστικά τη ζωή τους.


εκδ. Καστανιώτη - σελ. 201
μτφ. Νάσια Ποταμιάνου


Στην ουσία το βιβλίο αυτό δεν σου μαθαίνει το πώς να γνωρίσεις νέους φίλους και να κάνεις καινούριες παρέες. Ξεκινάει με το βασικότερο – δηλαδή το πώς πρώτα από όλα πρέπει να τα έχεις καλά με τον εαυτό σου – και στη συνέχεια επικεντρώνεται σε αυτό που λέει ο υπότιτλός του : στο πώς να τα πηγαίνεις γενικότερα καλά με τους άλλους.

Ομολογώ πως τις ημέρες που το διάβαζα είχα ενθουσιαστεί. Συνεχώς γινόμουν κουραστικός στον περίγυρό μου, με το να τους δηλώνω την έκπληξη και τον ενθουσιασμό μου για το βιβλίο αυτό. Χαρακτηριστικά, υποστήριζα πως ο σύλλογος ψυχολόγων θα πρέπει να αγοράσει όλα τα αντίτυπα που κυκλοφορούν, γιατί όσο αυτό το βιβλίο υπάρχει στην αγορά, κινδυνεύει ο κλάδος τους!

Διαβάζοντάς το, είχα την αίσθηση ότι ο Μάθιους έχει μελετήσει εκτεταμένα και σε βάθος τις ανθρώπινες σχέσεις· ότι έχει παρακολουθήσει χιλιάδες στιγμιότυπα από οικογενειακές, φιλικές και επαγγελματικές στιγμές και έχει καταλήξει με ακρίβεια στο τι σκέφτονται, τι αισθάνονται και τι θέλουν οι άνθρωποι μέσα από κάθε συναναστροφή τους.
Εντύπωση μου έκανε η ακρίβεια με την οποία περιγράφει διάφορες συμπεριφορές που όλοι μας έχουμε δει, και παράλληλα –πολύ περιεκτικά και εύστοχα– εξηγεί το πώς θα ήταν προτιμότερο να αντιδρούμε σε διάφορες καταστάσεις έτσι ώστε να έχουμε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο όφελος.

Στο στιλ του Μάθιους μου θύμισε αρκετά τον Πιντέρη, καθώς γράφει άκρως πρακτικά, αποφεύγοντας εντελώς τις αόριστες θεωρίες των συγγραμμάτων και λαμβάνοντας υπόψιν πως όσα δίνονται ως συμβουλές δεν είναι πάντοτε εύκολο να εφαρμοστούν στην καθημερινότητα.
Φυσικά, ένα τέτοιο βιβλίο δεν διαβάζεται άπαξ, αλλά καλό είναι να το διαβάζει κανείς μία στο τόσο, ώστε να μπορέσει να αφομοιώσει και να εντάξει στις διαπροσωπικές του σχέσεις τα όσα περιγράφονται.


Δεν έχει μεγάλη πλάκα η ζωή; Κοιτάζουμε τους άλλους και συμπεραίνουμε ότι τα έχουν όλα. Μας κοιτάνε και συμπεραίνουν ότι τα έχουμε όλα. Ζούμε με τον φόβο των άλλων κι εκείνοι ζουν φοβούμενοι εμάς.


Αν βλέπουμε μόνο τα δικά μας λάθη, περιμένουμε και από τους άλλους να βλέπουν μόνο τα δικά μας λάθη. Επομένως, το δυστύχημα είναι ότι περιμένουμε πάντα να μας απορρίψουν…


Μερικά από αυτά τα πιστεύω τα συντηρούμε συνειδητά και άλλα βαθιά στο ασυνείδητό μας. Αφού τα διαμορφώσουμε, μας κυβερνούν και σπαταλάμε όλη μας τη ζωή για να αποδείξουμε ότι αυτό που πιστεύουμε είναι σωστό. Μερικές φορές καταφέρνουμε να καταστρέψουμε τη ζωή μας, αλλά τουλάχιστον αποδεικνύουμε ότι έχουμε δίκιο!
[…]
Το να έχουμε δίκιο καθίσταται για μας πιο σημαντικό από το να είμαστε ευτυχισμένοι.


Σε τελευταία ανάλυση, ή θα έχουμε την ησυχία μας ή θ’ανησυχούμε για το τι σκέφτονται οι άλλοι. Και τα δύο δεν γίνονται.



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...