Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

«Οι καταζητούμενες» - C.S. Forester

Στο πρώτο μισό του προηγούμενου αιώνα, μια τριαντάχρονη γυναίκα, η Μάρτζορι, ζει (συμβιβασμένη) με τον άντρα της και τα δυο παιδιά τους στα προάστια του Λονδίνου. Η ζωή της είναι από αδιάφορη έως δύστυχη και θα γίνει ακόμα χειρότερη όταν η αδερφή της βρίσκεται νεκρή και η Μάρτζορι υποπτεύεται πως ο άντρας της  κρύβεται πίσω από αυτό.


εκδ. Μεταίχμιο - σελ. 321
μτφ. Αλέξης Καλοφωλιάς


Αδιάφορο ανάγνωσμα, ένα μυθιστόρημα χωρίς εμφανή σκοπό από τον συγγραφέα, χωρίς αρχή-μέση-τέλος, χωρίς κορυφώσεις και εντάσεις και με ένα απογοητευτικό τέλος

Οι πρώτες διακόσιες σελίδες κυλούν πολύ αργά, με ελάχιστους διαλόγους και με συνεχείς περιγραφές των εσωτερικών σκέψεων των χαρακτήρων· όλα αυτά μας γνωρίζουν κάπως τους ήρωες αλλά δεν καταφέρνουν να κάνουν την ιστορία πιο ενδιαφέρουσα και δεν προκαλούν καμία αγωνία. Έπειτα, φαίνεται πως ο ρυθμός πάει να επιταχύνει και η πλοκή να γίνει πιο ιντριγκαδόρικη, αλλά η απογοήτευση γρήγορα δίνει τη θέση της στην προηγούμενη αδημονία.

Κατ’επίφαση (ψυχολογικό) θρίλερ, με αργό ρυθμό και άκρως προβλέψιμη εξέλιξη, δεν είναι σε καμία περίπτωση το ανάγνωσμα που θυμάσαι – ακόμα και μετά από λίγες ημέρες.


Στο δικό μου αντίτυπο, οι σελίδες 98, 99, 102, 103, 106, 107, 110, 111, 114, 115, 118, 119, 122, 123, 126, 127 δεν είχαν εκτυπωθεί.


Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

«Ψωμί, παιδεία, ελευθερία» - Πέτρος Μάρκαρης

Ναι, ο Μάρκαρης ακολουθεί μια μανιέρα. Όλα του τα βιβλία με ήρωα τον αστυνόμο Χαρίτο είναι γραμμένα με τον ίδιο τρόπο. Ξέρεις ακριβώς τι θα διαβάσεις : πολύ γρήγορη αφήγηση, καθόλου περιττές περιγραφές και σάλτσες που απλώς γεμίζουν σελίδες, έξυπνες ατάκες, συνεχής αναφορά σε δρόμους και συνοικίες της Αθήνας, κριτική ματιά στα κακώς κείμενα της ελληνικής κοινωνίας.

 Αυτή η μανιέρα μπορεί να δημιουργεί ένα μοτίβο που από κάποιο σημείο και μετά ίσως και να κουράζει λίγο, αλλά από την άλλη είναι ακριβώς αυτή που κάνει τα βιβλία του Μάρκαρη να είναι ο ορισμός της λέξης page-turner. Για αυτό και διάλεξα το τρίτο μέρος της «Τριλογίας της Κρίσεως» για να βγω από ένα αναγνωστικό τέλμα, στο οποίο είχα πέσει.


εκδ. Γαβριηλίδης (2012) - σελ. 323


Πρώτες μέρες του 2013 και η Ελλάδα έχει εγκαταλείψει το ευρώ, επιστρέφοντας στην δραχμή. Η οικονομική κατάσταση είναι πολύ δύσκολη και ο λαός είναι σε απόγνωση. Οι πληρωμές του δημοσίου αναστέλλονται και η οικογένεια του αστυνόμου –όπως οι περισσότεροι Έλληνες– σφίγγει κι εκείνη το ζωνάρι. Μέσα στην τραγική κατάσταση της χώρας, άτομα της γενιάς του Πολυτεχνείου δολοφονούνται το ένα μετά το άλλο.

Η αστυνομική πλοκή είναι πιο αδύναμη σε σχέση με τον γνωστό Μάρκαρη. Όπως είχα ξαναγράψει, η «Τριλογία της Κρίσεως» είχε ως σκοπό να αποτυπώσει την δύσκολη κατάσταση της χώρας και των Ελλήνων, αλλά  διαπιστώνω πως αυτό έγινε κάπως εμμονικά από τον συγγραφέα.
Μιλά για την γενιά του Πολυτεχνείου, που ένα μέρος της πάτησε πάνω στην αντιστασιακή δράση για να «βολευτεί», ενώ ασχολείται αρκετά και με την ακροδεξιά (που τότε, το 2012) ήταν σε άνοδο.
Όμως τα έκανε κάπως άκομψα. Για πρώτη φορά είδα διαλόγους του Μάρκαρη που να μην είναι απολύτως φυσικοί· σε ορισμένα σημεία οι χαρακτήρες μιλούσαν μόνο και μόνο για να πουν αυτά που ήθελε ο συγγραφέας, λες και είχε έτοιμες τις φράσεις και μετά έπρεπε να βρει οπωσδήποτε τρόπο να τις παραχώσει μέσα στην πλοκή!

Συνολικά, μια ευκολοδιάβαστη ιστορία, που λέει αυτά που είχε εξαρχής σκοπό να πει, αλλά ως εκεί.



Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

«Το βασίλειό μου για ένα βιβλίο» - Alan Bennett

Άκρως βιβλιοφιλική νουβέλα, έχει ως θέμα της την αγάπη για τα βιβλία και για την ανάγνωση και θέλει να δείξει το πώς το διάβασμα μπορεί να γεμίσει δημιουργικά τις ώρες και να αλλάξει τη ζωή κάποιου – ακόμα και της ίδιας της βασίλισσας!


 
εκδ. Μεταίχμιο - σελ. 187
μτφ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου


Η βασίλισσα της Αγγλίας, από μια σύμπτωση, ξεκινάει ένα καινούριο χόμπι : το διάβασμα. Από εκείνη την ημέρα πού την χάνεις - πού την βρίσκεις, με ένα βιβλιο στο χέρι είναι. Το διάβασμα έχει πλέον τόσο μεγάλη αξία για εκείνην, που μετά βίας εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του αξιώματός της.  Όμως δεν αρκείται μόνο στο να απολαμβάνει την ανάγνωση, αλλά δεν χάνει ευκαιρία να προτρέπει και όλους όσους συναντά, να εντάξουν το διάβασμα στην καθημερινότητά τους.

Εμφανέστατη η (λίγο υπερβολικά δοσμένη) πρόθεση του βρετανού συγγραφέα να υμνήσει τις αρετές της ανάγνωσης και να αναδείξει την αξία των βιβλίων, αλλά τελικά μονάχα αυτή του η πρόθεση είναι που μου έμεινε. Το όποιο χιούμορ προσπάθησε να βγάλει, αλλά και ένας ελαφρύς σουρεαλισμός, δεν μπορώ να πω ότι ήταν του γούστου μου και εν τέλει ετούτη η νουβέλα καταγράφεται στον νου μου ως ένα αδιάφορο και άχρωμο ανάγνωσμα.
Κρατώ μονάχα μερικά -βιβλιοφιλικής χροιάς- αποσπάσματα, με τα οποία νομίζω πως οι περισσότεροι βιβλιόφιλοι λίγο-πολύ θα ταυτιστούν.

[…] κατέληξε σύντομα στο συμπέρασμα ότι τους συγγραφείς ήταν καλύτερα να τους συναντάς στις σελίδες τω μυθιστορημάτων τους, ότι ήταν κι αυτοί πλάσματα της φαντασίας του αναγνώστη όπως ακριβώς και οι ήρωες των βιβλίων τους.


Κάθε βιβλίο είναι μηχανισμός ανάφλεξης της φαντασίας.


«[…] μα η ενημέρωση δεν είναι διάβασμα. Για την ακρίβεια, είναι το ακριβώς αντίθετο. Η ενημέρωση είναι λακωνική, τεκμηριωμένη και συγκεκριμένη. Το διάβασμα είναι ανοργάνωτο, αμεθόδευτο και μονίμως δελεαστικό. Η ενημέρωση κλείνει ένα θέμα, το διάβασμα το διευρύνει συνεχώς».



Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

«Η παγωμένη πριγκίπισσα» - Camilla Läckberg

Το περασμένο καλοκαίρι πρωτογνωρίστηκα με την γραφή της σουηδέζας συγγραφέως και μου είχε αφήσει πολύ καλές εντυπώσεις.

 
εκδ. Μεταίχμιο - σελ. 525
μτφ. Γρηγόρης Κονδύλης


Επανερχόμενος τώρα σε ένα άλλο δικό της μυθιστόρημα, σχεδόν αμέσως αναγνώρισα τον τρόπο γραφής της – μανιέρα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί.
Η "μανιέρα", λοιπόν, είναι η εξής : κάποιο έγκλημα που συμβαίνει τώρα έρχεται να ανασύρει κάποια παλιά, καλά κρυμμένα γεγονότα και καταστάσεις, που κάποιοι γνωρίζουν αλλά προτιμούν να ξεχάσουν.

Η συγγραφέας Έρικα Φαλκ έχει επιστρέψει στο χωριό της, μετά τον θάνατο των γονιών της. Λίγες μέρες αργότερα θα βρεθεί νεκρή στη μπανιέρα της η Άλεξ, η καλή παιδική φίλη της Έρικας, με την οποία όμως δεν είχαν επαφές τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια.
Παράλληλα με τις έρευνες για το έγκλημα αυτό, παρακολουθούμε το πώς η Έρικα έρχεται κοντά με τον αστυνομικό Πάτρικ Χένστρεμ, αλλά και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Άννα (η αδερφή της Έρικας) με τον σύζυγό της.

Καθώς βρήκα πολλές ομοιότητες με τον «Ιεροκύρηκα» (και καθώς δεν θα έχει νόημα να αντιγράψω εξολοκλήρου την γνώμη που είχα τότε δημοσιεύσει), θα αρκεστώ μονάχα στο να παραπονεθώ για το τρικ που (όπως φαίνεται, επαναλαμβανόμενα) χρησιμοποιεί η Läckberg : δεν μας αποκαλύπτει το τι στοιχεία μαθαίνουν οι ήρωες την στιγμή ακριβώς που τα μαθαίνουν, παρά μας αφήνει με μια αγωνία και μας τα αποκαλύπτει αργότερα.
Κατά την γνώμη μου, αυτό είναι ένα (εντός πολλών εισαγωγικών) ανέντιμο τρικ εκ μέρους της συγγραφέως, αφού το όλο ζήτημα σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα είναι το παιχνίδισμα μεταξύ συγγραφέα και αναγνώστη· και για να είναι δίκαιο και ενδιαφέρον το παιχνίδισμα αυτό, θα πρέπει ο αναγνώστης να γνωρίζει τα ίδια στοιχεία που γνωρίζει και ο συγγραφέας (ο οποίος έτσι κι αλλιώς έχει ένα προβάδισμα, δεδομένου ότι ο ίδιος έχει κατασκευάσει την πλοκή). Αυτή η "τεχνική" μου έδωσε την αίσθηση ότι είναι απλώς ένας τρόπος για να αυξηθεί ο αριθμός των σελίδων…

Σε κάποια σημεία βαρέθηκα λίγο, αλλά όταν ξεκίνησαν οι δυνατές αποκαλύψεις και ανατροπές το ενδιαφέρον μου αυξήθηκε κατακόρυφα. Σε γενικές γραμμές η «Παγωμένη πριγκίπισσα» μου άφησε θετική επίγευση και εάν με ρωτούσε κάποιος, θα του το πρότεινα.


Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

«Σε βλέπω» - Chevy Stevens

Δεν μου άρεσε το μυθιστόρημα της Καναδής συγγραφέως. Προσδοκούσα να διαβάσω ένα page-turner θρίλερ, αλλά τελικά το «Σε βλέπω» απείχε αρκετά από κάτι τέτοιο.

 
εκδ. Διόπτρα - σελ. 494
μτφ. Φωτεινή Πίπη


Η ψυχίατρος Ναντίν Λαβουά αναλαμβάνει μια κοπέλα που έχει κάνει απόπειρες αυτοκτονίας. Σύντομα ανακαλύπτει ότι η νεαρή μέχρι πρόσφατα ζούσε σε ένα απομονωμένο Κοινόβιο, μια κλειστή ομάδα της οποίας ο αρχηγός έχει την ικανότητα να χειραγωγεί πειθήνια τους πάντες. Με αφορμή την εξομολόγηση της κοπέλας, η Ναντίν θυμάται την περίοδο που και εκείνη ζούσε στο ίδιο Κοινόβιο και προσπαθεί να ανακαλέσει θολές της μνήμες και να αναλύσει διάφορους ακατανόητους φόβους της.

Νομίζω πως η Stevens θέλησε να πει πολλά πράγματα με αυτό το μυθιστόρημά της και γι’ αυτό εν τέλει δεν κατάφερε να φτιάξει μια θελκτική ιστορία. Μας μιλάει για την σχέση μητέρας-κόρης (και μάλιστα εις διπλούν – τη σχέση της Ναντίν με τη μητέρα της και τη σχέση της Ναντίν με την κόρη της), μας μιλά -ακροθιγώς- για ψυχιατρικές διαταραχές (εδώ διέκρινα και ίχνη διδακτισμού), αλλά και για το πώς μπορεί μια μάζα ανθρώπων να χειραγωγείται και να ελέγχεται προς όφελος ολίγων. Το τελευταίο είναι και το μόνο που τελικά θα έχω να θυμάμαι από αυτό το βιβλίο.

Μου πήρε δέκα μέρες να το τελειώσω – ενδεικτικό του ότι δεν πρόκειται για μυθιστόρημα που σε καθηλώνει και δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου. Οι εξαντλητικές περιγραφές των εσωτερικών μονολόγων της κεντρικής ηρωίδας ήταν για μένα πολύ κουραστικές και οι διάλογοι ήταν ελάχιστοι· σε γενικές γραμμές η συγγραφέας περισσότερο αναλώνεται στο να μας παραθέτει λεπτομερώς το τι σκέφτεται η Ναντίν Λαβουά για το καθετί παρά να μας τέρψει με μια γρήγορη και αγωνιώδη πλοκή.
Η κινηματογραφική γραφή των τελευταίων δεκάδων σελίδων σώζει κάπως τα προσχήματα και προσπαθεί να δικαιολογήσει τον χαρακτηρισμό “θρίλερ” – όχι επιτυχημένα, πάντως.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...