Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

«Αϊνστάιν και Σέρλοκ Χολμς» - Alexis Lecaye


Μετάφραση από τα γαλλικά : Κατερίνα Φράγκου
Εκδόσεις : Καστανιώτη (2003)
Σελίδες : 242

Στις αρχές του 1905 (και όχι τον Ιούλιο, όπως λανθασμένα αναγράφεται στο οπισθόφυλλο), στη Βέρνη, δολοφονούνται δύο μέλη του Perpetuum Mobile, ενός κλειστού επιστημονικού κλαμπ. Ο Χολμς και ο Γουότσον, αποχωρίζονται τη Γηραιά Αλβιώνα, για να ερευνήσουν τις δύο αυτές δολοφονίες. Παράλληλα, μια άλλη, περίεργη υπόθεση απασχολεί τον Χολμς, σχετικά με την οποία, εμφανίζεται ιδιαίτερα μυστικοπαθής.


     Στο οπισθόφυλλο αναφέρεται ότι ο Lecaye (γεν. 1951) αποδεικνύεται ένας από τους καλύτερους "Χολμολόγους" - άποψη με την οποία δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω. Φαίνεται να έχει μελετήσει επιμελώς τις περιπέτειες του Βρετανού ντετέκτιβ και με μαεστρία υφαίνει τις λογικές διαδικασίες που ακολουθεί ο Χολμς, στον δρόμο προς την αναζήτηση της λύσης της συγκεκριμένης υπόθεσης.

      Όλα τα χαρακτηριστικά που αγαπήσαμε στον Χολμς είναι παρόντα : η οξυδέρκεια, η ελαφρά ειρωνεία, η άκρως ορθολογική σκέψη, η αξιοποίηση και της παραμικρής λεπτομέρειας, η εκπληκτική ικανότητα στις μεταμφιέσεις (που ακόμα και τον ίδιο τον Γουότσον ξεγελούν), οι εξειδικευμένες γνώσεις χημείας, η προτεραιότητα στη διαδικασία εύρεσης της λύσης περισσότερο από την ίδια τη λύση, καθώς και η δίψα του για γνώση, απολαμβάνοντας φιλοσοφικές, πολιτικές και επιστημονικές συζητήσεις, παραμελώντας (φαινομενικά) την υπόθεση.

     Το μοτίβο είναι λίγο-πολύ όμοιο με τις κλασικές ιστορίες : ο Γουότσον αφηγείται την υπόθεση, ο Χολμς συχνά εξαφανισμένος διενεργεί τις δικές του έρευνες και εν τέλει ξαφνιάζει τους πάντες αποκαλύπτοντας την πλήρη αλήθεια και φωτίζοντας τα σκοτεινά και ανεξήγητα (για τους υπόλοιπους) σημεία. Αυτό που με ξένισε κάπως, είναι ότι ο Χολμς και ο Γουότσον απευθύνονται ο ένας στον άλλον, στον πληθυντικό. Δεν έχω διαβάσει ποτέ τις αυθεντικές ιστορίες τους στα ελληνικά και δεν ξέρω πώς έχουν μεταφραστεί, αλλά μου μοιάζει κάπως παράταιρο να μιλούν έτσι μεταξύ τους.
 

       Κι αν ως "Χολμολόγος" ο Lecaye αποδεικνύεται ικανότατος, δεν μπορώ να πω ότι διαθέτει και την ιδιότητα του "Γουοτσον-ολόγου". Εδώ, ο πολύτιμος συνεργάτης ξεστρατίζει λίγο από την εικόνα που έχουμε σχηματίσει για αυτόν.
    Δείχνει έναν όχι τόσο σταθερό χαρακτήρα – παρουσιάζει κάποια ανεξήγητα σκαμπανεβάσματα. Άλλοτε θαυμάζει τον Χολμς, άλλοτε νευριάζει γιατί δεν του αποκαλύπτει όλα όσα ξέρει κι άλλοτε ενοχλείται από το ελαφρώς ειρωνικό (όχι περισσότερο από όσο συνήθως) ύφος του. Άλλοτε προσβάλλεται από τη μυστικοπάθεια του Χολμς κι άλλοτε αισθάνεται τύψεις που τον αμφισβητεί. Επίσης, τη γνωστή εικόνα του σοβαρού οικογενειάρχη και επιστήμονα, διαταράσσουν διάφορα ευτράπελα στα οποία υποπίπτει, υπό την επήρεια ενός μαγικού φίλτρου, που άθελά του πίνει.
       Ένα άλλο παράδοξο, είναι ότι ο ρόλος του Γουότσον είναι μεγαλύτερος από ό,τι έχουμε συνηθίσει. Αφενός ένα αρκετά μεγάλο μέρος της εξιστόρησης αναφέρεται στον ίδιο, τα συναισθήματά του και τις σκέψεις του και αφετέρου έχει πολύ πιο ενεργό ρόλο στην έρευνα της υπόθεσης, κάνοντας τις συνεννοήσεις με την τοπική αστυνομία, ανακρίνοντας τους εμπλεκόμενους και κάνοντας παρακολουθήσεις υπόπτων.

 
      Ο ρόλος του Αϊνστάιν δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Είναι ένας νεαρός μηχανικός που εργάζεται στο γραφείο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, όπου και γνωρίζεται με τον Χολμς. Η κοινή τους αγάπη για τη γνώση και τις επιστήμες, συντείνει στη συνεργασία τους με σκοπό τη λύση της υπόθεσης. Δεν νομίζω ότι προσθέτει κάτι στη ιστορία και αν είχε διαφορετικό όνομα, πιθανότατα δεν θα τύγχανε καν αναφοράς.

    Συμπερασματικά, θα έλεγα ότι πρόκειται για μια επιτυχημένη μεταφορά του διάσημου ντετέκτιβ στην ηπειρωτική Ευρώπη. Το χτίσιμο των χαρακτήρων είναι σε γενικές γραμμές πειστικό (εκτός, ίσως, από τον Γουότσον) και η πλοκή αρκετά στέρεη, διατηρώντας την αγωνία που απαιτείται από ένα αστυνομικό μυθιστόρημα.


Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

«Χιονισμένα μονοπάτια» - Μαρία Τουλ

Χαίρομαι που στο τρέχον παζάρι βιβλίου, ανάμεσα σε μπόλικο Κάφκα, Στάινμπεκ, Καβάφη, και Ρώσους κλασικούς, ανακάλυψα και αυτήν τη συλλογή διηγημάτων.


εκδ. Μιχάλη Σιδέρη (2007)
σελ. 143


Οκτώ ιστορίες ψυχικά βασανισμένων ανθρώπων, που, υπό το βάρος της ψυχικής τους αδυναμίας, αγωνίζονται να σταθούν στα πόδια τους, άλλοτε με τα επιθυμητά αποτελέσματα και άλλοτε όχι.

Τα οκτώ αυτά σύντομα διηγήματα κινούνται γύρω από τον άξονα της ψυχικής υγείας (ή καλύτερα η έλλειψη αυτής) και τον αντίκτυπο που αυτή έχει στη ζωή των πρωταγωνιστών αλλά και των κοντινών τους ανθρώπων.

Ήρωες ψυχικώς ασταθείς - ενίοτε για ανεξήγητους, για τους υπόλοιπους αλλά και για εμάς, λόγους - βασανίζονται να επιβιώσουν και να ζήσουν φυσιολογικά, συχνά αντιλαμβανόμενοι το παράλογο της κατάστασής τους και την αρνητική επίδραση που αυτή έχει πάνω τους αλλά και πάνω στους οικείους τους.

Οι χαρακτήρες είναι συνηθισμένοι, καθημερινοί άνθρωποι : ο μοναχικός ηλικιωμένος με έναν μοναχογιό που ζει στην Αμερική, ο νέος που είναι κρυφά ερωτευμένος με την νύφη του, η νεαρή που φλερτάρει έντονα με τη σχιζοφρένεια, ο έφηβος που θαμπώνεται από μια καινούρια ζωή, ο απατημένος μεσήλικας ζωγράφος.


Η Μαρία Τουλ, με μια απλή και βαθιά ανθρώπινη γραφή, που αναδύει μια αίσθηση ηρεμίας, χωρίς φανταχτερό λεξιλόγιο και περιττές παρομοιώσεις, μας κάνει θεατές σε μια παράσταση όπου πρωταγωνιστικό ρόλο έχει η ψυχική αστάθεια και ο αγώνας για επιβίωση μέσα σε μια δύσκολη κατάσταση που αναπόφευκτα δημιουργείται.


Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

«Το γονίδιο της αμφιβολίας» – Ν. Παναγιωτόπουλος

Τυχαία ανακάλυψα φέτος αυτό το αξιόλογο βιβλίο, 13 χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή του και έτος της επανέκδοσής του - και από ό,τι φαίνεται ήμουν τυχερός που πέτυχα την πρώτη έκδοση, η οποία έχει αποσυρθεί από την κυκλοφορία (και έχει πολύ ωραιότερο εξώφυλλο).

Το μυθιστόρημα του Νίκου Παναγιωτόπουλου γράφτηκε στα τέλη του 20ου αιώνα, αλλά η ιστορία του εκτυλίσσεται στα μέσα του 21ου αιώνα.

Πόλις (1999)
σελ. 222

Η ιδέα πολύ πρωτότυπη : Στις αρχές του 21ου αιώνα ανακαλύπτεται ένα τεστ, το οποίο μπορεί να αποφαίνεται εάν κάποιος έχει καλλιτεχνική φλέβα. Ο αμερικανός συγγραφέας James Wright αρνείται να υποβληθεί στο τεστ και η ζωή του παίρνει απρόβλεπτη τροπή.

Στο βιβλίο αυτό, ο Wright μας εξιστορεί τα πώς εξελίχθηκε η ζωή του, αφότου ανακαλύφθηκε το περίφημο τεστ και ο ίδιος αρνήθηκε πεισματικά να υποβληθεί σε αυτό. Το ταλέντο, που μέχρι πρότινος ομόφωνα του αναγνωριζόταν, ξαφνικά έπαψε να υφίσταται, και η προσωπική του ζωή πήρε την κατιούσα.

Περισσότερο ενδιαφέρον έχει, όμως, η κατάσταση στον εκδοτικό χώρο μετά την έλευση του τεστ. Πρόσβαση στους εκδοτικούς οίκους έχουν αποκλειστικά και μόνο όσοι συγγραφείς περάσουν επιτυχώς το τεστ και οι δουλειές του επαγγελματία αναγνώστη και του κριτικού λογοτεχνίας είναι πλέον αχρείαστες, αφού η επιστήμη πλέον αποφαίνεται για το ποιος είναι καλλιτέχνης και ποιος όχι.

Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη (αφηγείται ο ίδιος ο Wright) - κατά συνέπεια γρήγορη και άμεση - και έχει τη μορφή τελευταίας εξομολόγησης ή σύνοψης της (συγγραφικής) ζωής του. Βέβαια, παρά το ότι μοιάζει περισσότερο με προφορικό λόγο, χαρακτηρίζεται από μια κάπως επιτηδευμένη γλώσσα - γεγονός που πιθανώς οφείλεται στο ότι ο αφηγητής είναι επαγγελματίας του λόγου (συγγραφέας, γαρ!).

Καταπληκτικό είναι το επίμετρο του Παναγιωτόπουλου, όπου εξηγεί τα όποια κενά αφήνει η ιστορία, με έναν πολύ ευρηματικό τρόπο!

Μεταίχμιο (2012)

Αξίζει να σημειωθεί πως Το γονίδιο της αμφιβολίας έχει μεταφραστεί στα γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, σλοβένικα, σέρβικα, πορτογαλικά και στα κινέζικα.



Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

«Η ολοκλήρωση του λάθους» - Παύλος Γαδ

Το πρωτόλειο (και μοναδικό;) του Παύλου Γαδ, είναι ένα μείγμα ψυχανάλυσης, σχολιασμού οικογενειακών σχέσεων και 'who done it' αστυνομικού.

εκδ. Στάχυ (1999)
σελ. 334
Ο 23χρονος γιος υπουργού, Γιώργος Κωνσταντινίδης, αισθανόμενος υπερβολικά εξαρτημένος από την οικογένειά του, προχωράει σε μερικές ψυχαναλυτικές συνεδρίες - με αποτέλεσμα να ανεξαρτητοποιηθεί και να μετακομίσει σε δικό του σπίτι. Παράλληλα, ο υπουργός Εμπορίου δολοφονείται από μια τρομοκρατική οργάνωση και ο διοικητής της Αστυνομίας, συνεργαζόμενος με έναν ιδιωτικό ντεντέκτιβ, θα επιληφθούν της υπόθεσης. Σε όλα αυτά εμπλέκεται και ο καλύτερος φίλος του Γιώργου, Πέτρος Γεωργίου.


Το κείμενο ρέει άνετα, χωρίς να κουράζει ή να πλατειάζει. Οι 300+ σελίδες κυλούν αρκετά γρήγορα. Αυτό, όμως, δε σημαίνει κι ότι παρουσιάζει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οι διάλογοι δεν μοιάζουν 100% φυσικοί και καταλαμβάνουν μεγαλύτερο μέρος από όσο θα έπρεπε να τους αναλογεί.
Οι ήρωες δεν μου έδωσαν τη εικόνα "κανονικών" ανθρώπων. Είναι εντελώς μονοδιάστατοι και δεν μου κέντρισε κανένας το ενδιαφέρον. Επίσης, δεν εντόπισα κάποια σημάδια λογοτεχνικότητας. Οι περιγραφές είναι κατά κύριο λόγο επίπεδες, ενώ μερικές (ανεπιτυχείς) παρομοιώσεις περισσότερο χαλάνε την γενικότερη εικόνα, παρά προσφέρουν κάτι, αφού μοιάζουν ανακόλουθες με το σχετικά απλοϊκό ύφος του συνολικού έργου.

Τα κλισέ, όσο προχωρά το έργο, όλο και πληθαίνουν. Ο πανούργος και είρωνας ιδιωτικός ντεντέκτιβ που μπροστά του ωχριά ο διοικητής της Αστυνομίας, η τρομοκρατική οργάνωση, οι μυστικές σχέσεις μεταξύ των εμπλεκομένων - που αποκαλύπτονται ως διά μαγείας στο τέλος, χωρίς να έχει δοθεί κάποια ένδειξη προηγουμένως.

Η αποκάλυψη της αλήθειας θα γίνει από τον ντέντεκτιβ, στο προτελευταίο κεφάλαιο, όταν και συγκεντρώνει σε έναν χώρο όλους τους εμπλεκόμενους και καταφέρνει να αποσπά ομολογίες και να επιβεβαιώνει τις θεωρίες του.

Στο τελευταίο κεφάλαιο, ο ντεντέκτιβ κάνει μια σύνοψη των γεγονότων, εκφράζοντας παράλληλα και την δική οπτική/φιλοσοφία. Προφανώς πρόκειται για το σχόλιο του συγγραφέα, εκπεφρασμένο από τα χείλη του ήρωα. Κατά τη γνώμη μου περιττό, καθώς το μήνυμα πρέπει να περνάει μέσα από την ιστορία και τους ήρωες και όχι να εξηγείται ρητά. Αυτή είναι στο κάτω-κάτω και η μαγεία της λογοτεχνίας.

Στα αξιοσημείωτα του βιβλίου είναι οι αναφορές που θυμίζουν τον προηγούμενο αιώνα και που φαντάζουν πολύ μακρινές. Το νόμισμα είναι η δραχμή (ο Γιώργος παίρνει μισθό 180.000 δρχ) και τα κινητά απλώς δεν υπάρχουν πουθενά - όποιος θέλει να τηλεφωνήσει, καταφεύγει σε τηλεφωνικό θάλαμο ή περίπτερο!


Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

Εγκληματικός φόνος ή φονικό έγκλημα;

Κάνοντας μια αναζήτηση αστυνομικών μυθιστορημάτων στις ιστοσελίδες των βιβλιοπωλείων, επιβεβαίωσα κάτι που είχα από καιρό παρατηρήσει και το οποίο βρίσκω αρκετά ενοχλητικό : την ανακύκλωση λίγων και συγκριμένων τίτλων.

Βρίθουν τα ηλεκτρονικά - και τα πατροπαράδοτα - ράφια από αστυνομικά με τίτλους όπως "Φόνος στο/στη ..." και "Έγκλημα στο/στη ..." και όλα τα παρεμφερή. Από παλαιότερα μέχρι πιο σύγχρονα, ελλήνων και ξένων.

Προσωπικά, βρίσκω παρωχημένους και αφόρητα βαρετούς αυτούς τους τίτλους. Όπως η γραφή εξελίσσεται, καταπιάνεται με καινούρια θέματα και αναπτύσσει νέες τεχνικές, έτσι θα έπρεπε να έχουμε ξεφύγει και από τόσο κλισέ τίτλους, οι οποίοι, αν μη τι άλλο δείχνουν και μια αδιαφορία για μια σημαντική πτυχή μιας ιστορίας - τον τίτλο. Δυστυχώς όμως, ελλείψει ενδιαφέροντος ή/και φαντασίας, ακόμη και σήμερα πολλοί καταφεύγουν στις έτοιμες και δοκιμασμένες, μεν, αλλά μάλλον παλιομοδίτικες λύσεις.

Ένας λόγος, που μπορώ να σκεφτώ για αυτό, είναι η αυτόματη ταξινόμηση ενός βιβλίου στην κατηγορία των αστυνομικών, έτσι ώστε να στοχεύσει κατευθείαν στο σχετικό target group. Στην εποχή του διαδικτύου και της άμεσης πληροφόρησης, όμως, δεν νομίζω ότι κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο.


Δεν ξέρω ποιος αποφασίζει τους τίτλους. Υποθέτω ότι ο συγγραφέας έχει έναν τίτλο κατά νου και αν ο εκδοτικός οίκος τον εγκρίνει, προχωράει - αν όχι, τότε βρίσκεται ένας καινούριος. Για τις μεταφράσεις, πιθανώς να έχει λόγο (και) ο ξένος εκδότης.


Θερμή παράκληση, λοιπόν, προς όλους όσοι έχουν λόγο στην επιλογή των τίτλων : βγάλτε από τα κιτάπια σας, τίτλους όπως έγκλημα στο σπίτι, φόνος στο σχολείο, μυστικά εγκλήματα, μοιραίες δολοφονίες και τα συναφή. Βάλτε τη φαντασία σας να δουλέψει και είμαι σίγουρος ότι θα βρείτε αρκετούς πρωτότυπους και ευφάνταστους τίτλους, που θα "κλείνουν το μάτι" στον υποψήφιο αναγνώστη.



Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

«Το γεράκι της Μάλτας» - Dashiell Hammett


Διάβασα το Γεράκι της Μάλτας από την συλλεκτική έκδοση του Μεταίχμιου, η οποία περιλαμβάνει τέσσερα μυθιστορήματα του Hammett.

Κι αν, πριν από λίγους μήνες ο Κόκκινος Θερισμός με είχε απογοητεύσει, τώρα το Γεράκι της Μάλτας ήρθε να αντισταθμίσει την τότε απογοήτευσή μου και να μου αποδείξει γιατί άπαντες μνημονεύουν τον Hammett (1894–1961), όταν αναφέρονται στην αστυνομική λογοτεχνία.

Εκδόσεις : Μεταίχμιο (2009)
Μετάφραση : Ανδρέας Αποστολίδης
Πρωτότυπο : The Maltese Falcon (1930)


Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ, Σαμ Σπέιντ, θα βρεθεί μέσω δύο διαφορετικών υποθέσεών του, στο κυνήγι του Γερακιού της Μάλτας. Το ανεκτίμητης αξίας αγαλματένιο πουλί αναζητούν, όμως, πολλοί. Άλλοι εμφανίζονται να είναι με το μέρος του Σπέιντ και άλλοι εμφανίζονται ανταγωνιστές του. Μέσα σε όλα, πρέπει να αντιμετωπίσει και τους αστυνομικούς, που τον αντιπαθούν σφόδρα και προσπαθούν να του φορτώσουν ό,τι μπορούν ώστε να τον κλείσουν μέσα.


        Δεν ακολουθείται η τυπική φόρμα του κλασικού who done it αστυνομικού - είναι περισσότερο hardboiled crime fiction. Υπάρχουν μεν εγκλήματα, όμως ο η ιστορία δεν κινείται γύρω από την εξιχνίαση αυτών, αλλά γύρω από τις αγωνιώδεις προσπάθειες για την ανακάλυψη του αγαλματένιου πουλιού. Βέβαια, δεν θα μπορούσαν να λείπουν τα βασικά συστατικά μιας τέτοιας ιστορίας : ο πλούσιος αρχηγός συμμορίας, τα τσιράκια του, η μοιραία γυναίκα, οι αφελείς προδομένοι.

      Το ψέμα παραμονεύει σε κάθε σελίδα : όλοι λένε ασταμάτητα και ασύστολα ψέματα, προσπαθώντας να πάρουν προβάδισμα στην άγρια κούρσα προς το πουλί. Φυσικά, εκτός από ανώδυνα ψέματα, θα υπάρξουν και μερικές δολοφονίες.


        Ο χαρακτήρας του πρωταγωνιστή Σπέιντ, είναι τόσο εντυπωσιακός που ξεπερνά τα συνηθισμένα κλισέ. Έχει όλα τα χαρακτηριστικά στον μέγιστο βαθμό : σκληρός και αδίστακτος, αλλά και εύστροφος, οξυδερκής και ψύχραιμος, καταφέρνει να βγαίνει αλώβητος από όλες τις παγίδες που του στήνουν. Πάντα υποψιασμένος, ανέχεται τα ψέματα που όλοι του αραδιάζουν, και γρήγορα καταφέρνει να μαθαίνει την αλήθεια. Ενίοτε κινείται στα όρια της παρανομίας, πάντοτε όμως, φροντίζοντας να μην αφήνει ίχνη και έχοντας καλυμμένα τα νώτα του. Και πάνω από όλα, δεν εμπιστεύεται κανέναν, εκτός από την έμπιστη βοηθό του, Έφι.

     Το μυθιστόρημα κυλάει σαν γάργαρο τρεχούμενο νεράκι. Σε κάθε σκηνή αναρωτιέσαι που μπορεί να κρύβεται το ψέμα και τι θα σκαρφιστεί πάλι ο Σπέιντ για να πάρει το πάνω χέρι και τέλος, δίχως να το καταλάβεις, ο Σπέιντ τους έχει τυλίξει όλους σε μια κόλλα χαρτί.

     Με κούρασαν λίγο οι περιγραφές προσώπων και χώρων και περισσότερο οι περιγραφές των μορφασμών και των μικροκινήσεων των χαρακτήρων, χωρίς όμως να σταθούν ικανές να επηρεάσουν την γνώμη μου για το βιβλίο.

      Η μετάφραση είναι πολύ καλή (εκτός από το "ντραγκστορ" που χρησιμοποιείται αμετάφραστο κανα δυο φορές).


Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

«Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα»

Μια βιβλιοφιλική (όπως μαρτυρά και το εξαιρετικό εξώφυλλο) περιπέτεια, που λαμβάνει χώρα στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας και πηγάζει από τα μέσα του προπερασμένου αιώνα.

εκδ. Καστανιώτης (2007)
σελ. 320

Ο ελληνο-ιταλός Νικόλα Μιλάνο έχει κληρονομήσει μια βιβλιοθήκη αποτελούμενη από σπάνια βιβλία. Σε ένα από αυτά κρύβεται το μυστικό για την ανακάλυψη μιας ιστορικής και σπουδαίας βιβλιοθήκης, αυτής του έλληνα βιβλιόφιλου Δημήτριου Μόστρα. Ο Μιλάνο, σε συνεργασία με τον κολλητό του και έναν ανάπηρο ιταλό συλλέκτη βιβλίων, που συνεδεύεται από την ξανθιά σύντροφό του, επιδίδονται την αναζήτηση της πολυπόθητης βιβλιοθήκης. Παράλληλα, μια συμμορία αστυνομικών δολοφονεί αποφυλακισμένους βιαστές και δολοφόνους.


    Ο Μαμαλούκας (βιβλιόφιλος και βιβλιο-συλλέκτης και ο ίδιος) μας μεταφέρει στον κόσμο των παθιασμένων βιβλιο-συλλεκτών, οι οποίοι, εκτός από τις τεράστιες περιουσίες που ξοδεύουν για σπάνια βιβλία, κάποιες φορές δε διστάζουν να φτάσουν και σε πιο ακραίες μεθόδους για να ικανοποιήσουν αυτό τους το πάθος.

        Η εξιστόρηση γίνεται με σταθερό ρυθμό - αρκούντως γρήγορο ώστε να μην είναι πληκτική και αρκούντως αργό ώστε να παρακολουθείται άνετα. Η ιστορία εκτυλίσσεται εξ ολοκλήρου στην Ιταλία, ως επί το πλείστον στη Ρώμη και ένα μικρό μέρος της στη Βενετία. Η νοητή μεταφορά του αναγνώστη στην ιταλική πρωτεύουσα είναι άκρως επιτυχημένη. Διαβάζοντας, μπορείς να αισθανθείς τις ψιχάλες που πέφτουν απ'τον ρωμαϊκό ουρανό και να οσμιστείς την ομίχλη, που συχνά πλανιέται στην ατμόσφαιρα της ιταλικής πρωτεύουσας. Ο κεντρικός ήρωας, παρότι δεν είναι ο καλός και άμεμπτος της υπόθεσης, προκαλεί τον ενδιαφέρον και τη συμπάθεια, σε κάνει να αγωνιάς για το τι θα του συμβεί αργότερα.


    Δύο ξεχωριστές ιστορίες (στην κύρια, ο Μιλάνο μας αφηγείται το κυνήγι της χαμένης βιβλιοθήκης και στην δευτερεύουσα, κάποιοι αστυνομικοί αυτοανακηρύσσονται τιμωροί) εκτυλίσσονται παράλληλα και σε κάποιο σημείο συνδέονται. Η σύνδεση των δύο αυτών ιστοριών γίνεται, κατά τη γνώμη μου πολύ αργά, και με πολύ χαλαρό τρόπο, με συνέπεια να δίνουν των εντύπωση των άσχετων μεταξύ τους, που απλώς έπρεπε με κάποιον τρόπο στο τέλος να συγκλίνουν.

      Επίσης, από ένα σημείο και μετά η γραφή είναι πολύ κινηματογραφικήολύ αριστοτεχνική βέβαια, ομολογουμένως), με παγιδευμένους ήρωες, κυνηγητά με δολοφόνους, απαγωγές, κ.τ.λ. Όλα αυτά είναι θεμιτά για μια ταινία, αλλά για ένα βιβλίο, προσωπικά θα προτιμούσα κάτι πιο ήπιο και λιγότερο περιπετειώδες, με έμφαση στην πλοκή και λιγότερο στη δράση. Τέλος, δεν ξεκαθαρίζεται πλήρως ο ρόλος που έπαιξαν κάποια από τα πρόσωπα στην ιστορία, και λεπτομέρειες (σημαντικές) από των παρελθόν τους μένουν μετέωρες.


    Εν κατακλείδι, η βουτιά στην κοινωνία των παθιασμένων βιβλιο-συλλεκτών είναι αρκετά ενδιαφέρουσα, αλλά δε μου άφησε τόσο καλή γεύση όσο προσδοκούσα. Έκανα μεν ένα πανέμορφο νοερό ταξίδι στη Ρώμη, αλλά οι πολλοί θάνατοι και η πολλή βία αλλοίωσαν κάπως τον χαρακτήρα της βιβλιοφιλίας που διέπει το μυθιστόρημα. Θα προτιμούσα να είχε επικεντρωθεί περισσότερο στο βιβλιοφιλικό μέρος, αφήνοντας κατά μέρος τις ιστορίες-δορυφόρους και τότε, πιστεύω, ίσως και να μιλούσαμε για αριστούργημα.
 

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

«Φόνος στο σπίτι του μεγάλου αδελφού» - Ben Elton

   Ο Άγγλος Ben Elton, εμπνεύστηκε μια δολοφονία σε τηλεοπτικό ριάλιτι. Μια ομολογουμένως πρωτότυπη ιδέα : δέκα νεαροί/-ες κλείνονται σε ένα σπίτι, όπου παρακολουθούνται από τις κάμερες 24/7. Όπως γίνεται γνωστό από την πρώτη κιόλας σελίδα, την 27η ημέρα εγκλεισμού στο σπίτι, ένας εκ των συμμετεχόντων δολοφονείται.

Εκδόσεις : Κέδρος (2002)
Αριθμός σελίδων : 461
Μετάφραση : Μαίρη Περαντάκου-Κουκ
Πρωτότυπο : Dead famous (2001)
 


      Αυτό που αργεί πάρα, μα πάρα, πολύ να αποκαλυφθεί, είναι η ταυτότητα του θύματος και ο τρόπος με τον οποίο δολοφονείται. Για σελίδες επί σελίδων περιγράφονται οι (ανούσιες) δραστηριότητες των παικτών μέσα στο σπίτι, χωρίς να προωθείται καθόλου η πλοκή. Πραγματικά αχρείαστες σελίδες, που στην ουσία καταντούν να αντικαθιστούν λεπτομερώς, την ζωντανή παρακολούθηση ενός τηλεοπτικού ριάλιτι, με χαμηλού επιπέδου συμμετέχοντες και βλακώδεις συζητήσεις και δραστηριότητες. Πού και πού παρεμβάλλονται τα καυστικά σχόλια των αστυνομικών και των τεχνικών, που παρακολουθούν τις σχετικές βιντεοκασέτες, σπάζοντας λίγο την μονοτονία.

        Ο επιθεωρητής Κόλετριτζ, με τους βοηθούς του, Χούπερ και Πατρίσια, ανακρίνουν όλους τους εμπλεκόμενους και φυσικά στο τέλος θα βρουν την (έξυπνη, αλλά λίγο τραβηγμένη) λύση, η οποία δημοσιοποιείται με "θεατρικό" τρόπο από τον επιθεωρητή.

     Ενδιαφέρον έχει η παρουσίαση των υπεύθυνων του ριάλιτι, ως κυνικών κυνηγών χρήματος με οποιοδήποτε κόστος, πατώντας χωρίς δισταγμό πάνω στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια των παικτών. Επίσης, η ωμή αλήθεια σχετικά με αυτού του είδους τα τηλεοπτικά σόου, όπως εκστομίζεται από κάποιους χαρακτήρες : π.χ. οιοσδήποτε θέλει να βρίσκεται μέσα σε αυτό το ηλίθιο σπίτι, είναι εξ ορισμού ένα όχι αρκούντως ενδιαφέρον άτομο για να παρακολουθείς και αν ήξεραν οι παίκτες τα καταδικαστικά συμπεράσματα που βγάζουμε καθώς πετσοκόβουμε τις κουβέντες τους για να ταιριάξουν με τις ανάγκες μας για τηλεθέαση, την απόλυτη έλλειψη σεβασμού που έχουμε για τα κίνητρά τους, προφανώς όλοι θα εύχονταν να έχουν δολοφονηθεί.
 

     Σε γενικές γραμμές, το βρήκα πολύ φλύαρο - τουλάχιστον 100 με 150 σελίδες θα μπορούσαν κάλλιστα να παραλειφθούν. Η κεντρική ιδέα είναι μεν πρωτότυπη, αλλά "βούλιαξε" μέσα στις πολλές λεπτομερείς αναφορές στην έγκλειστη ζωή. Ο χαρακτήρας του επιθεωρητή Κόλεριτζ είναι αρκετά ενδιαφέρων και θα έπρεπε να έχει αναπτυχθεί παραπάνω.

      Η μετάφραση, τέλος, είναι κάτω του μετρίου. Άλλοτε μεταφράζονται αγγλικές εκφράσεις αυτολεξεί (πήγε να ενωθεί με τον τάδε, θανατερά χοντροκέφαλος, τσατ σόου) κι άλλοτε επιστρατεύονται ένα σωρό άγνωστες και παράξενες ελληνικές λέξεις (φουσάτος, ακροποδητί, προμοσιονάρει, ζιγκζαγκωτά, φρούμαξε, τα λεμπλεμπιά). Επιπλεόν, σε δύο σημεία αναφέρονται λάθος ονόματα. Το ελαφρυντικό που πρέπει να αναγνωριστεί είναι ότι οι χαρακτήρες μιλούν υπερβολικά αργκό και αυτό σαφώς δυσχεραίνει το έργο της μεταφράστριας (αν και θα μπορούσε να μην προσκολλά τόσο στο πρωτότυπο, αλλά να κάνει μια πιο δημιουργική μετάφραση στα σχετικά σημεία).


Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

yWriter : Novel writing software

Το σπουδαιότερο όπλο που έχει κάποιος όταν γράφει, είναι η έμπνευση. Άντε, πού και πού, και μία κούπα καφέ - όταν τον παίρνει το ξημέρωμα πάνω απ’το πληκτρολόγιο. Όμως, επειδή πάντα υπάρχει περιθώριο για κάτι καλύτερο, κάπου εδώ επεμβαίνει η τεχνολογία, βάζοντας το μικρό της λιθαράκι στη φαρέτρα του συγγραφέα.
  

Το yWriter είναι ένα πρόγραμμα συγγραφής, το οποίο σχεδιάστηκε για να βοηθήσει τον συγγραφέα στην, όσο το δυνατό ευκολότερη και αποτελεσματικότερη, οργάνωση της δουλειάς του. Σχεδιάστηκε και διανέμεται δωρεάν από τον προγραμματιστή και συγγραφέα Simon Hayes. Ο ίδιος, στην ιστοσελίδα του, περιγράφει τις τεχνικές δυσκολίες που συναντούσε κατά τη διάρκεια συγγραφής του βιβλίου του (π.χ. αναδιάταξη κεφαλαίων), όταν και χρησιμοποιούσε ένα απλό πρόγραμμα κειμένου. Έτσι, σχεδίασε το yWriter με σκοπό να δώσει λύσεις σε μερικά απλά προβλήματα, που προφανώς απασχολούν οποιονδήποτε προσπαθεί να γράψει.

Επιγραμματικά, κάποιος που χρησιμοποιεί το yWriter, μπορεί :
να οργανώσει το μυθιστόρημά του κατά κεφάλαια (και αυτά να τα διαιρέσει σε επιμέρους σκηνές)
να έχει στη διάθεσή του χρήσιμα στατιστικά στοιχεία, όπως τον αριθμό λέξεων ανά κεφάλαιο/σκηνή, τον αριθμό σκηνών όπου συμμετέχει ο κάθε χαρακτήρας κ.τ.λ.
να αναδιατάσσει εύκολα οποιαδήποτε κεφάλαια ή σκηνές
να κρατά λεπτομερείς σημειώσεις για το βιογραφικό κάθε χαρακτήρα και για κάθε τοποθεσία που αναφέρεται, καθώς και να εισαγάγει σχετικές εικόνες

yWriter storyboard


Το μειονέκτημα που εντόπισα είναι ότι δεν δίνει τη δυνατότητα για εξαγωγή του κειμένου σε word ή pdf, αλλά σε html και wordpad. Επίσης, το μενού μπορεί να μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, αλλά όχι στα ελληνικά.

Όποιος ενδιαφέρεται, μπορεί να το κατεβάσει δωρεάν από τη σελίδα του Simon Hayes.


Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

«Η βαριάντα του Λίνεμπουργκ» - Paolo Maurensig


Το εξαιρετικό πρώτο μυθιστόρημα του Paolo Mauresing (γεν. 1943) αποτελεί μια ιστορία γύρω απ’το σκάκι. Ή, καλύτερα, μια ιστορία γύρω απ’το πάθος για το σκάκι.
εκδ.  Κέδρος (2005)
Εκδόσεις : Κέδρος (2005) & Γνώση (1995)
Μετάφραση : Κασαπίδης Γιώργος 
Αριθμός σελίδων : 208
Πρωτότυπο : La variante di Lüneburg (1993)

Ο γερμανός επιχειρηματίας, ο Ντίτερ Φρις, δολοφονείται στην εξοχική βίλα του, στη Βιέννη. Το κίνητρο αυτής της δολοφονίας βρίσκεται πολλές δεκαετίες πίσω, ανάμεσα σε σκληρές μονομαχίες σε σκακιστικά τουρνουά και στον κατατρεγμό των εβραίων από την επέλαση των ναζί.


Παρότι το βιβλίο ξεκινά με το έγκλημα, δεν πρόκειται για αστυνομικό. Ο φόνος, που αποκαλύπτεται στην δεύτερη κιόλας σελίδα, δεν είναι παρά το κλειδί εκείνο που ανοίγει την πόρτα για την ιστορία που θέλει να μας διηγηθεί ο συγγραφέας. Μια ιστορία ασίγαστου πάθους για το σκάκι, αλλά και μια ιστορία απίστευτης θηριωδίας.

Δεν υπάρχει κανένας γρίφος για το ποιος είναι ο δράστης, ούτε και διασπείρονται στοιχεία για επεξεργασία και απόπειρα μαντεψιάς. Η ταυτότητα του δράστη δεν δηλώνεται, μεν, ρητά, αλλά στην πορεία ο αναγνώστης τον ανακαλύπτει ασυναίσθητα. Και αφού εύκολα βρίσκουμε το ποιος, αυτό που απομένει (και στο οποίο δίνεται έμφαση) είναι το γιατί.
εκδ.  Γνώση (1995)
Αυτό το γιατί, αποκαλύπτουν προοδευτικά οι δύο εκτεταμένοι μονόλογοι, οι οποίοι συνθέτουν το μυθιστόρημα. Καταρχήν, ο εικοσάχρονος Χανς Μάγερ αφηγείται τη λατρεία του για το σκάκι και το πώς μαθήτευσε δίπλα σε έναν από τους καλύτερους σκακιστές της εποχής. Έπειτα, ο παλαίμαχος σκακιστής Ταμπόρι, εξομολογείται με τη σειρά του, πώς εκείνος έμαθε τα μυστικά του παιχνιδιού και πώς κατάφερε να γίνει εκ των κορυφαίων σκακιστών του κόσμου, αλλά και την φρικιαστική εμπειρία του ως κρατούμενος σε στρατόπεδο των ναζί, όπου (εκτός απ' τα βασανιστήρια) αναγκάστηκε να παίξει σκάκι με έπαθλο ανθρώπινες ζωές.

Το γεγονός ότι ουσιαστικά το μυθιστόρημα αποτελείται από δύο μεγάλους μονολόγους δεν το κάνει καθόλου κουραστικό. Και οι δύο μονόλογοι είναι πολύ παραστατικοί, με τον πρώτο να μας εισαγάγει στο σκάκι και στο πάθος που κυριεύει τους μυημένους, ενώ ο δεύτερος (και άκρως συγκλονιστικός) μας μεταφέρει γλαφυρότατα την απόγνωση από τα ατελείωτα βασανιστήρια, αλλά κυρίως την εξαθλίωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας των κρατουμένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Οι αναφορές στο σκάκι είναι (προφανώς) αρκετές και οι γνώστες μπορούν εύκολα να ταυτιστούν με τους ήρωες, αλλά δεν αποτρέπεται σε καμία περίπτωση ο μη-μυημένος από το να παρακολουθήσει άνετα την ιστορία.

Τέλος, έχω την αίσθηση πως κάποια σημεία της μετάφρασης χωλαίνουν λίγο και η στίξη θα έπρεπε να είχε προσεχθεί περισσότερο.





Ένα άλλο, επίσης εξαιρετικό μυθιστόρημα σχετικό με το σκάκι, είναι "Ο πίνακας της Φλάνδρας", του Arturo Pérez-Reverte, το οποίο προς το παρόν δεν θα σχολιάσω, καθώς πάνε αρκετά χρόνια που το διάβασα...

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...