Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

«Ο νάνος» - Pär Lagerkvist


Το ολιγοσέλιδο αυτό μυθιστόρημα του σουηδού συγγραφέα δεν μου άρεσε καθόλου και με δυσκολία κατάφερα να το ολοκληρώσω.
 

 εκδ. Καστανιώτη & FAQ (2010) - σελ. 151
μτφρ. Ερ. Μπελιές



Ο ύψους εξήντα έξι εκατοστών νάνος μας διηγείται τα όσα συμβαίνουν στο παλάτι, όπου υπηρετεί υπό τις διαταγές του πρίγκιπα, σε μια συγκεκριμένη περίοδο. Καταγράφει σχεδόν καθημερινά τα όσα διαδραματίζονται, με λεπτομέρειες, αλλά και πάντοτε προσθέτοντας την δική γνώμη και οπτική επί των γεγονότων. Στην περίοδο αυτή συμβαίνουν δύο πόλεμοι, η πανούκλα εξαπλώνεται στην πόλη και πολλοί «υψηλόβαθμοι» του παλατιού πεθαίνουν τελικά.

Όσον αφορά στον νάνο αυτόν, κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για μια αντιπαθητική ύπαρξη, που μισεί τους πάντες και τα πάντα (εκτός από το αφεντικό του και την πριγκίπισσα –αν και αυτό δεν δείχνει να το παραδέχεται) και θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο όλων σε όλα τα επίπεδα. Θέλει σαν τρελός να συμμετάσχει στον πόλεμο για να έχει την ευκαιρία να σκοτώσει, όχι από καθήκον, αλλά για να αντλήσει απόλαυσή και χαρακτηρίζει αβίαστα υποκριτές και αμαρτωλούς ανθρώπους του παλατιού.
Παρότι (μοιάζει να) τον διακατέχει ενός είδους αίσθημα υπεροχής και θεωρεί πως έχει το δικαίωμα να κοιτάζει όλους τους υπόλοιπους αφ’υψηλού –εκτός από τον Πρίγκιπα, τον οποίο θαυμάζει απεριόριστα- εντούτοις, μάλλον ο φθόνος είναι που του έχει φυτέψει αυτά τα ποταπά αυτά αισθήματα μέσα στην ψυχή. Θαρρώ πως είναι φθόνος για το ότι είναι νάνος, γεγονός που δεν το παρουσιάζει μεν σαν κάτι το ενοχλητικό για αυτόν, αλλά είναι η μοναδική αιτία που μπορώ να διακρίνω ότι βρίσκεται πίσω από τον ολοκληρωτικό αρνητισμό του. Το ότι δεν παραδέχεται τον φθόνο του, αλλά παρουσιάζεται σαν αυτόκλητος κριτής των πάντων, με κάνει να μην βρίσκω ούτε το παραμικρό ελαφρυντικό για τη στάση του.

Σε γενικές γραμμές, ο νάνος, φαντάζει στα μάτια μου μόνο ως μια αντιπαθής (αν όχι αδιάφορη) καρικατούρα και δυσκολεύομαι να καταλάβω ποιον σκοπό εξυπηρετεί στην οικονομία του έργου και τι υποτίθεται πως συμβολίζει. Μία εικασία που κάνω, είναι πως συμβολίζει τη διαφορετικότητα, κάτι το ξεχωριστό. Τον άνθρωπο που επειδή έχει κάποιο κουσούρι ή κάποιο χαρακτηριστικό που τον ξεχωρίζει αρνητικά από τον μέσο όρο, μετατρέπει υποσυνείδητα τον φθόνο του σε ψεύτικο αίσθημα υπεροχής και ανωτερότητας, σε μια προσπάθεια να μετατρέψει το όποιο «κουσούρι» του σε πλεονέκτημα.

Με απογοήτευσε το συγκεκριμένο μυθιστόρημα και περιμένω να δω πώς θα πάει η συνέχεια με την καλοδουλεμένη αυτή σειρά των βραβείων Νόμπελ, που προσφάτως ξεκίνησα να διαβάζω. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...