Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Κάτσε να το παζαρέψουμε λίγο…

Στην αρχή ανακουφίστηκες που είδες την αφίσα του παζαριού. «Άντε, και περιμέναμε τόσον καιρό», σκέφτηκες. Είχες ανησυχήσει μήπως το καταβροχθίσει κι αυτό η πανταχού παρούσα κρίση. Άρχισες να σκέφτεσαι χρονοδιαγράμματα, μέρες και ώρες, προγράμματα δουλειάς και υποχρεώσεων, μέχρι στο διαδίκτυο μπήκες για να δεις πότε θα απεργούν τα ΜΜΜ.


Μόλις καταλάγιασε ο αρχικός ενθουσιασμός, όμως, περίεργες σκέψεις άρχισαν να σουλατσάρουν στο κεφάλι σου.

«Τα αδιάβαστα, όμως, έχουν φτάσει μέχρι το ταβάνι. Τα παίρνω και δεν τα διαβάζω», ήταν η πρώτη.
«Ε, βιβλία είναι, δεν έχουν ημερομηνία λήξης», σου ψιθύρισε το κόκκινο διαβολάκι δίπλα στο αυτί σου, «δεν χάνεις τίποτα να τα έχεις κι όποτε θελήσεις, τα διαβάζεις».
Δεν έχει κι άδικο εδώ που τα λέμε. Χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία πείστηκες από το επιχείρημά του (άλλο που δεν ήθελες!).


Μετά αναλογίστηκες τον μισθό που σου ψαλιδίσανε, τη βενζίνη που έχει πάει στα ύψη, το φως-νερό-τηλέφωνο που όλο ακριβαίνουν και κατσούφιασες από τα καινούρια εμπόδια που ξάφνου υψωθήκαν.
«Ναι, αλλά στο παζάρι θα πολύ βρεις φτηνά βιβλία», συνεχίζει το μικρό κόκκινο πλασματάκι, «από μισό ευρώ, λέει η αφίσα. Πολύ τοις εκατό οι εκπτώσεις».
Πάλι σου ακούγεται ολόσωστο το επιχείρημά του - βρε, πώς τα λέει το άτιμο, ούτε δικηγόρος να ήτανε!

«Ναι αλλά δε θα καταφέρω να συγκρατηθώ. Θα φύγω πάλι μ'ένα καρότσι βιβλία και πολλά δεν θα είναι καν του γούστου μου - θα τα έχω αγοράσει παρασυρμένος από το κλίμα του παζαριού», οι εμπειρίες σου από προηγούμενα παζάρια αναβιώνουν επικίνδυνα.
Αποφασισμένος να μη σε αφήσει σε χλωρό κλαρί, ο δαιμόνιος έμπορας, με ένα μειλίχιο ύφος σε φέρνει πάλι στα νερά του, «Καλή πράξη θα κάνεις, όσα βιβλία μείνουν απούλητα θα πάνε για πολτοποίηση. Το βαστάει η καρδιά σου να καταστραφούν τόσα καημένα βιβλιαράκια;»

Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, κτυπάς ελαφρά τον μικρό πολυλογά με την άκρη του αντίχειρα και του παράμεσου και ένα μειδίαμα ικανοποίησης και συνάμα ενοχής σχηματίζεται στα χείλη σου.

Πάλι δε σε άφησε ν'αγιάσεις ο τοσοδούλης!


Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

«Φόνος στο σπίτι του κυρίου Προυστ» - Estelle Montbrun

Αυτός ο όχι και τόσο ευφάνταστος τίτλος, που (στην ελληνική του έκδοση) όμως έχει για κράχτη το όνομα του μεγάλου γάλλου συγγραφέα, ανήκει σε ένα ανάλαφρο γαλλικό αστυνομικό.

εκδ. Libro (1996) - σελ. 237
μτφρ. Ευγενία Τσελέντη Πετροπουλίδου
πρωτ. Meurtre chez Tante Leonie
 
Ο Γαλλοαμερικάνικος σύνδεσμος Προυστ διοργανώνει ένα συνέδριο σχετικό με το έργο του γάλλου συγγραφέα στο Σπίτι της Θείας Λεονί, το σπίτι όπου έζησε ο Μαρσέλ Προυστ. Μία μέρα πριν την έναρξη του συνεδρίου, όμως, η πρόεδρος του συνδέσμου, Αντελίν Μπερτράν-Βερντόν, βρίσκεται νεκρή.

Το μυθιστόρημα αυτό δεν διακρίνεται από την σφιχτή πλοκή, την ωμή βία, τους ευφυέστατους αστυνομικούς, τους σκληροτράχηλους ντεντέκτιβ και τους αιμοσταγείς δολοφόνους που βλέπουμε κατά κόρον στα αντίστοιχα αγγλοσαξονικά μυθιστορήματα. Διακρίνεται, όμως, από τις αρκετές αναφορές στο έργο και τη ζωή του Προυστ, τα μυστικά εκδοτικά και ακαδημαϊκά συμφέροντα αλλά και τους στυγνούς εκβιασμούς.

Το θύμα, όπως προκύπτει από όλες τις μαρτυρίες, είχε δημιουργήσει αρκετές αντιπαλότητες και αντιπάθειες. Ήταν εγωίστρια, μεγαλομανής και χρησιμοποιούσε θεμιτούς και αθέμιτους τρόπους για ανέρχεται στην κοινωνική, οικονομική αλλά και ακαδημαϊκή σκάλα. Όλοι φαίνεται να είχαν λόγο να την δολοφονήσουν : η (υποψήφια διδάκτωρ) γραμματέας της, ο αμερικάνος καθηγητής με πολλά κρατικά κονδύλια στη διάθεσή του, ο γάλλος καθηγητής που ετοιμάζει μαι σπουδαία έκδοση για το έργο του Προυστ, ο υποκόμης που φημολογείται ότι θα την αρραβωνιαζόταν, και ο σύμβουλος εκδόσεων που η καριέρα του τελευταία παίρνει την κατιούσα.

Παράλληλα με την εξέλιξη των ανακρίσεων των ερευνών, μέσα από συνεχείς αναδρομές, παρουσιάζονται οι εμπλεκόμενοι/ύποπτοι και οι πρότερες σχέσεις τους με το θύμα, ώσπου τελικά να φτάσουμε στην αλήθεια.

Ο ρυθμός είναι σε γενικές γραμμές γοργός, χωρίς βαρετές περιγραφές, όμως στο τέλος λείπει η απαραίτητη κορύφωση που (θα έπρεπε να) συνοδεύει τη λύση του μυστηρίου.

Χωρίς να είναι κάτι το αξιομνημόνευτο, αποδείχτηκε ανώτερο των (χαμηλών, σχετικά) προσδοκιών μου.


Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

«Το μυστικό της τελευταίας σελίδας» - Νίκος Χρυσός

Είχα καιρό να διαβάσω ένα βιβλιο-βιβλίο και ομολογώ πως το συγκεκριμένο με συνεπήρε.

εκδ. Καστανιώτη (2009)
σελ. 462

Το πρωτόλειο του Νίκου Χρυσού (γεν. 1972) είναι ένα άκρως βιβλιοφιλικό μυθιστόρημα.
Η ζωή του Χρήστου, αρθρογράφου και κριτικού λογοτεχνίας στα mid-30's, είναι περικυκλωμένη από λέξεις. Μυθιστορήματα, διηγήματα, ιστορίες και πολλά ποιήματα. Βιβλία που διαβάζει, βιβλία που αγόρασε και ποτέ δεν διάβασε, βιβλία που κρίνει, αλλά και ποιήματα που ενίοτε γράφει. Όταν σε μία συνέντευξη θα ακούσει για το (άγνωστο σε αυτόν) ποιητικό κίνημα Lost Lo, εκπλήσσεται που αρκετοί φαίνεται να το γνωρίζουν, ενώ λογικά εκείνος πρώτος από όλους - λόγω του επαγγέλματός του - θα έπρεπε να ξέρει περισσότερα. Ξεκινά, λοιπόν, μια αναζήτηση για το παρελθόν και τους συντελεστές του Lost Lo. Μελετά βιβλιογραφία, παλιά άρθρα και ψάχνει μανιωδώς σε παλαιοβιβλιοπωλεία για μια ένδειξη ως προς τη γέννησή του. Παράλληλα, μερικοί στίχοι, τυπωμένοι στην τελευταία σελίδα μερικών βιβλίων, του κινούν τη περιέργεια και του δίνουν ένα μονοπάτι για  να ξεκινήσει.

Η αναζήτηση του παρελθόντος του ποιητικού κινήματος είναι μοναχά η πρόφαση που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να μιλήσει για τα βιβλία και για την (φανερή) αγάπη του για την ποίηση. Από τις 462 σελίδες του βιβλίου, παρελαύνουν δεκάδες τίτλοι των τελευταίων τριών αιώνων, ονόματα συγγραφέων και εκδοτών, στίχοι Ελλήνων και ξένων ποιητών, αλλά και πολλές σκέψεις και συνήθειες, στις οποίες ο βιβλιόφιλος αναγνώστης είναι βέβαιο πως βλέπει τον εαυτό του.

[...] κάθε βιβλίο που διαβάζουμε δεν είναι μονάχα η ιστορία του συγγραφέα. Το σχέδιο στο εξώφυλλο, η τέχνη του μεταφραστή και το μεράκι του επιμελητή φτιάχνουν το δικό μας, το προσωπικό μας αντίτυπο. Κι έπειτα το χρώμα του χαρτιού κι η γραμματοσειρά, το τύπωμα αν είναι offset ή από πιεστήριο, η σελίδα 4 με τη φωτογραφία του συγγραφέα που ξεκόλλησε μια μέρα απ'το σώμα του βιβλίου και δυο χρόνια τώρα δεν λες να την ξανακολλήσεις. Ένα βιβλίο είναι κι ο τόπος που το διάβασες κι οι άλλοι, γνωστοί ή άγνωστοί σου, αναγνώστες που το διάβασαν πριν από σένα.

Επίσης, ο "θεσμός του παλαιοβιβλιοπωλείου" παίζει έναν πολύ βασικό ρόλο στη ιστορία. Τα παλαιοβιβλιοπωλεία του σήμερα, όπου ο Χρήστος αναζητά μετά μανίας κάποια στοιχεία στην έρευνά του, μέχρι τα αντίστοιχα του περασμένου αιώνα, από όπου πολλά βιβλία ξεκίνησαν το ταξίδι τους και συναντούν τον Χρήστο, στην Αθήνα του σήμερα. Η αποτύπωση του χώρου και της ατμόσφαιρας των παλαιοβιβλιοπωλείων του κέντρου είναι εξαιρετική - πιθανότατα γιατί και ο ίδιος ο συγγραφέας διατηρεί ένα. Διαβάζοντας το "Μυστικό της τελευταίας σελίδας" αισθανόμουν σαν να βρίσκομαι πραγματικά μέσα σε κάποιο παλαιοβιβλιοπωλείο στα σοκάκια του κέντρου, σαν να μύριζα το παλιό χαρτί, σαν να κρυφοκοίταζα τις αφιερώσεις στις κιτρινισμένες σελίδες, και να μαύριζα τα δάχτυλά μου ψάχνοντας με τις ώρες στα ράφια.

Η αφήγηση, μπορώ να πω, είναι πραγματικά αριστοτεχνική. Άλλοτε πρωτοπρόσωπη, άλλοτε - έξαφνα - σε δεύτερο πρόσωπο, απευθυνόμενος στην κοπέλα που, μετά από πολυετή δεσμό, τον άφησε κι άλλοτε - πάλι έξαφνα - τριτοπρόσωπη, μαρτυρώντας μας γεγονότα που συνέβησαν κατά το παρελθόν.

Τα πήγαινε-έλα μεταξύ της πλοκής και των σκέψεων του κεντρικού ήρωα, είναι επίσης εντυπωσιακά. Στις πράξεις των χαρακτήρων παρεμβάλλονται απροειδοποίητα οι σκέψεις του Χρήστου και αντίστροφα. Παρομοίως, τα άλματα μεταξύ του παρόντος, του πρόσφατου, και του απώτερου παρελθόντος είναι αδιάκοπα. Ανακατεμένες με τα όσα διαδραματίζονται στο τώρα, οι αναμνήσεις πέφτουν σαν βροχή. Αναμνήσεις από το χωριό, με τον παππού και τον καφετζή, αναμνήσεις από τον έτερον ήμισυ που πρόσφατα τον εγκατέλειψε, αναμνήσεις από τα ανέμελα φοιτητικά χρόνια, αναμνήσεις από τις περιπέτειες με τον κολλητό φίλο.

[...] Ανακατεύεστε με βιβλία. Δεν θα ξεφύγει κανείς σας. Τα βιβλία είναι άτιμο πράγμα. Δες, για παράδειγμα, τους συγγραφείς. Κάθεται ένας οποιοσδήποτε, ένας κοινότατος άνθρωπος και γράφει διακόσιες λέξεις σ'ενα κομμάτι χαρτί. Δεν είναι τίποτα διαφορετικό απ'όλους τους άλλους ανθρώπους. Μια μέρα ένας εκδότης ντύνει τις λέξεις του με ένα εξώφυλλο και τις κάνει βιβλίο. Ο κοινότατος φίλος μας αυτομάτως γίνεται σοφός, μύστης και κατηχητής. Γίνεται σ'ένα και μόνο βράδυ παιδαγωγός του "ωραίου", του "αλάθητου" και του "αληθινού". Γίνεται ο οδηγός του "καλού". Κι όλα αυτά τα κάνει ένα μονάχα βιβλίο. Κανείς δεν γλιτώνει. Πουλάς παπούτσια, είσαι .έμπορος, πουλάς βιβλία, είσαι βιβλιοπώλης - άλλη φυλή, δυο σκαλοπάτια κάτω απ'τους σοφούς. Το βιβλίο στοιχειώνει.

Ένα γεμάτο και πολύ πυκνό μυθιστόρημα, ωδή στη βιβλιοφιλία. Και, εκτός του ότι μου άρεσε πολύ, χαίρομαι που το αγόρασα από ένα παλαιοβιβλιοπωλείο!


Στο παρακάτω βίντεο, ο συγγραφέας.



Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Σκοτεινές αποχρώσεις της λογοτεχνίας

Προσφάτως παρευρέθηκα στην παρουσίαση δύο βιβλίων μιας συγγραφέως. Είχα διαβάσει το ένα από τα δύο και σκέφτηκα να πάω να ακούσω δυο κουβέντες.

Ώρα εβδόμη απογευματινή, λοιπόν, και να'μαστε στο βιβλιοπωλείο στο κέντρο του Χαλανδρίου. Ως επί το πλείστον, γνωστοί, φίλοι και συνεργάτες της αποτελούσαν το κοινό, που στοιβάχτηκε σε λίγες καρέκλες και έναν πάγκο. Όσοι ήρθαν λίγο καθυστερημένα αναγκάστηκαν να εξασκηθούν στην ορθοστασία. Διαφημιστικά ντοσιέ με τους καταλόγους των εκδόσεων, μαζί με εκπτωτικό κουπόνι για μία κάβα οίνου και ένα μπλε (ανατομικό) στυλό προσφέρθηκαν σε όλους.


Το πάνελ των ομιλητών, εκτός της συγγραφέως, αποτελούσε ένας blogger και ένα φίλος της, ενώ αποσπάσματα του ενός βιβλίου της αναγνώστηκαν από μια γνωστή ηθοποιό. Η ίδια η συγγραφέας, παραδόξως (σε σχέση με όσα μετέπειτα έμελε να ακουστούν), απεδείχθη υπερβολικά ντροπαλή και μαζεμένη - στα όρια του σνομπ - και κάθε φορά που της έδιναν το μικρόφωνο, εκείνη πάσχιζε να το φορτώσει σε κάποιον άλλον, με αποτέλεσμα τελικά να έχει μιλήσει ελάχιστα.

Ξεκινά, λοιπόν, η εκδήλωση με το πρώτο απόσπασμα από την ηθοποιό και η ομήγυρη παθαίνει ένα σοκ : μέσα στις κάμποσες σελίδες που διαβάστηκαν, έπεφταν βροχή λέξεις και φράσεις που παραπέμπουν σε σκληρό πορνογράφημα! Όχι συγκεκαλυμμένα, όχι εδώ κι εκεί, όχι κάθε δυο-τρεις σελίδες, χάριν της αμεσότητας και της αληθοφάνειας. Σε κάθε σελίδα. Σε κάθε παράγραφο, σε κάθε πρόταση. Αν τύχαινε, δε, να υπάρχει τηλεοπτική μετάδοση, δεν θα ακουγόταν παρά ένα μακρόσυρτο μπιιιιιιπ! Η ηρωίδα του βιβλίου ένιωθε την ανάγκη να μοιραστεί μαζί μας με κάθε λεπτομέρεια πώς βίωνε και πώς φανταζόταν την ιδανική σεξουαλική εμπειρία και τον ιδανικό σεξουαλικό σύντροφο και εμείς είχαμε την υποχρέωση να την ακούσουμε!


Αφού ολοκληρώθηκε η ανάγνωση αυτού του καθαρού και ατόφιου πορνογραφήματος, η (ντροπαλή, κατά τα άλλα) συγγραφέας δήλωσε έκπληκτη που, εν αγνοία της, είχαν επιλέξει οι υπόλοιποι του πάνελ να διαβαστεί το συγκεκριμένο απόσπασμα. Προσπαθώντας, δε, να μετριάσει τις εντυπώσεις, μας καθησύχασε λέγοντας πως το υπόλοιπο βιβλίο δεν ακολουθούσε αυτό το ύφος και τα όσα είχαμε ακούσει αποτελούσαν εξαίρεση. Αργότερα, στο δεύτερο απόσπασμα που διαβάστηκε, όντως, το ύφος ήταν ηπιότερο : σοφτ πορνογράφημα, αυτή τη φορά.

Μετά από όλα αυτά, πιάνω τον εαυτό μου να αναρωτιέται : τελικά, τι συνιστά λογοτεχνία; Η φαντασία/έμπνευση/φαντασιώσεις/ανεκπλήρωτες επιθυμίες του καθενός μπορούν να αποτυπώνονται στο χαρτί και αυτομάτως να αποκτούν μια (κάποιας μορφής λογοτεχνική) αξία; Το γεγονός ότι βρέθηκε, δηλαδή, κάποιος να εκδώσει αυτές τις μύχιες σκέψεις, τις μετατρέπει σε λογοτεχνία και σε κάτι που αποτελεί προσφορά προς την τέχνη ή την ανθρωπότητα;

Δεν νομίζω πως, αν βρισκόμασταν σε μια οποιαδήποτε παρέα και συζητούσαμε, η ηθοποιός θα μας αράδιαζε ανερυθρίαστα ένα μάτσο εκφράσεις του πεζοδρομίου. Τώρα, όμως, το έκανε χωρίς ίχνος ντροπής και (θεωρούσε ότι) νομιμοποιούνταν απλώς και μόνο επειδή έτυχε μια κυρία να γεμίσει ένα βιβλίο από τέτοιου είδους φρασεολογία. Γιατί; Μήπως διάβαζε κάποιο ιερό τέρας της λογοτεχνίας, του οποίου τα γραφέντα αποτελούν θέσφατα;


Δεν έχω διαβάσει κανένα βιβλίο των θιασωτών της "γυναικείας λογοτεχνίας", αλλά διαβάζω και ακούω συνεχώς τα όσα κατά καιρούς τις καταλογίζουν. Μετά από όλα αυτά, όμως, αισθάνομαι μια περίεργη επιθυμία να τις υπερασπιστώ και διερωτώμαι αν δικαίως έχουν ακούσει τα όσα έχουν ακούσει και αν δικαίως έχουν εισπράξει τη χλεύη που έχουν εισπράξει (όχι από όλους, βέβαια) για τα βιβλία τους. Να σημειώσω, δε, ότι τα όσα περιέγραψα παραπάνω αναφέρονται σε μια "υπεράνω πάσης υποψίας" συγγραφέα που δεν της έχει δοθεί η ταμπέλα της "γυναικείας λογοτεχνίας", και η οποία κερδίζει τα προς το ζην από τον γραπτό της λόγο. Όμως, από ό,τι φαίνεται, άλλος έχει το όνομα κι άλλος έχει τη χάρη...

Δεν είμαι υπέρ του συντηρητισμού και της λογοκρισίας στην τέχνη, ούτε της ηθικοπλαστικής λογοτεχνίας, αλλά νομίζω πως θα πρέπει να υπάρχουν και κάποια όρια (για τα οποία, φυσικά, έχει κάποια ευθύνη και το αναγνωστικό κοινό).


Το όνομα της συγγραφέως δεν έχει σημασία, για αυτό και δεν το αναφέρω.




Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2013

«Ο άνθρωπος που καθόταν στο μπαλκόνι»

Έχοντας διαβάσει το Τέρας, προχώρησα σε ένα ακόμη έργο του εκ Σουηδίας διδύμου (στη συγγραφή αλλά και στη ζωή) Per Wahlöö (1926 – 1975) και Maj Sjöwall (γεν. 1935) 


Εκδόσεις : Γράμματα (1996)
Σελίδες : 222
Μετάφραση : Αγγελική Τατάνη
Πρωτότυπο : Mannen pa balkongen (1967)

Δύο δολοφονίες έχουν αναστατώσει ολόκληρη τη σουηδική πρωτεύουσα και η ομάδα του Μάρτιν Μπεκ θα επιληφθεί της πολύ δύσκολης αυτής υπόθεσης.


Εδώ, το συγγραφικό δίδυμο μας παρουσιάζει μια εικόνα της αστυνομίας, ανθρώπινη και καθημερινή. Οι πέντε αστυνομικοί που αναλαμβάνουν την υπόθεση (ο Μάρτιν Μπεκ, ο Γκούνβαλντ Λάρσον, ο Λέναρτ Κόλμπεργκ, ο Φρέντρικ Μελάντερ και ο Έιναρ Ρεν) δείχνουν χαρακτηριστικά συνηθισμένων εργαζομένων : έχουν συμπάθειες και αντιπάθειες μεταξύ τους (παρά τις οποίες, προσπαθούν να συνεργάζονται αρμονικα), ανησυχούν για τις συνεχείς μεταθέσεις και τις υπερωρίες τους και είναι συνηθισμένοι οικογενειάρχες (και όχι μοναχικοί και αλκοολικοί).

Η αστυνομική πλοκή, από την άλλη, είναι αρκετά αδύνατη. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να δίνονται σταδιακά, ώστε σιγά σιγά να οδηγήσουν (τον αναγνώστη και την αστυνομία) στον ένοχο. Η τύχη και οι συμπτώσεις μοιάζουν να είναι οι κύριοι παράγοντες που οδηγούν στην λύση της υπόθεσης.

Σε γενικές γραμμές, σαν αστυνομικό μυθιστόρημα δε με κέρδισε, αλλά μια ματιά στην σουηδική κοινωνία - που δεν την γνωρίζουμε τόσο καλά όσο τις υπόλοιπες περισσότερο προβεβλημένες (αμερικάνικη, κεντρο-ευρωπαϊκές, νοτιο-ευρωπαϊκές) - είναι πάντα ενδιαφέρουσα.

Αξιοπρεπέστατη η έκδοση από τα Γράμματα, με καλή μετάφραση. Και σε τόσο χαμηλές τιμές, είναι μία από τις εκδόσεις που θα έχω πάντα στα υπόψιν.

 

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

«Η αναγνώριση του Μάξιμου Ροδομάνου» - Ντίνος Γιώτης

Συχνά, όταν βρίσκω προσφορές στα βιβλιοπωλεία, επιλέγω αρκετά έργα Ελλήνων συγγραφέων, ακόμα κι αν δεν έχω ακούσει/διαβάσει τίποτα σχετικά, μόνο και μόνο για να στηρίξω την εγχώρια λογοτεχνική παραγωγή. Κάπως έτσι ανακάλυψα και μια ενδιαφέρουσα και ευκολοδιάβαστη ιστορία του Ντίνου Γιώτη (γεν. 1961)


 εκδόσεις : Μεταίχμιο (2004)
σελίδες : 310

Στα τέλη του 21ου αιώνα, μια δημοσιογράφος σκαλίζει μια παλιά και ξεχασμένη υπόθεση. Την δεκαετία του 2000, ο δημοσιογράφος Μάξιμος και η αρχιτέκτονας Αθηνά εξαφανίζονται από την Αθήνα και κανείς δεν μαθαίνει ποτέ νέα τους. Όλοι υποθέτουν ότι εξαφανίστηκαν και έζησαν το ειδύλλιό τους, μακριά από όλους και όλα.

Αφού (κάπως απίστευτα γρήγορα και εύκολα) η δημοσιογράφος ανακαλύπτει τα πτώματα του ζεύγους, κάνει μια αναδρομή στο παρελθόν του Μάξιμου και της Αθηνάς. Έτσι, ξεδιπλώνεται το κουβάρι της γνωριμίας τους, της σχέσης τους, των συγκρούσεών τους και των μυστικών τους.

Ο Μάξιμος, είναι ήδη από μικρή ηλικία ένας νάρκισσος και φιλόδοξος αρθρογράφος, ο οποίος επιζητεί μονίμως την αναγνώριση και τον θαυμασμό των γύρω του. Η Αθηνά είναι μια αγνή νεαρά, από πλούσια οικογένεια, που η αγάπη της για τον Μάξιμο θα την σημαδέψει για όλη της την ζωή.


Μέσα από την ζωή και τη διαδρομή των δύο ηρώων, γίνεται εκτενής αναφορά (και στηλίτευση) στον όχι και τόσο αθώο και καλοπροαίρετο εκδοτικό και επιχειρηματικό κόσμο, τους εγωκεντρικούς δημοσιογράφους, τους παντοδύναμους και διαπλεκόμενους εκδότες/καναλάρχες, την αναγκαία τακτική της υποκρισίας και των δημοσίων σχέσεων, τις μηδενικής ποιότητας lifestyle εκπομπές, την ειδωλοποίηση οποιουδήποτε ανάξιου τυγχάνει να ποζάρει το πρόσωπό του στο γυαλί.

Η γραφή θα μπορούσε - και θα έπρεπε - να είναι δυο κλικ λιγότερο επιτηδευμένη, καθώς μοιάζει περισσότερο με επίδειξη ικανότητας χειρισμού της γλώσσας και λιγότερο με αφήγηση μιας ιστορίας.

Τέλος, παραθέτω λίγες γραμμές από το προτελευταίο κεφάλαιο :
Αναγορεύουν οι ίδιοι (οι τηλεθεατές), με την αποδοχή τους, ανθρώπους που έχουν ως μοναδικό προσόν το θράσος της ημιμάθειάς τους, σε πρωταγωνιστές του δημόσιου βίου και επιτρέπουν σε ανόητα cyborg, που είναι προγραμματισμένα να πιστεύουν ότι βρίσκονται σε σπουδαία αποστολή, να απαξιώνουν και να εξευτελίζουν τον ανθρώπινο πόνο και την ίδια τη ζωή.

Ένα μικρό απόσπασμα από τις πρώτες σελίδες, παρατίθεται στη σελίδα του εκδοτικού οίκου


Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

«Πετρέλαιο!» - Upton Sinclair

Ανέκαθεν είχα την τάση να είμαι αρνητικά προκατηλειμένος όσον αφορά στα βιβλία που μετέπειτα γίνονται ταινίες*. Παρά τις όποιες επιφυλάξεις μου, όμως, το ογκωδέστατο Πετρέλαιο! του Upton Sinclair (1878-1968) απεδείχθη μια εξαίρεση.

Εκδόσεις : Καστανιώτη (2008)
Σελίδες : 652
Μετάφραση : Αύγουστος Κορτώ
Πρωτότυπο : Oil! (1926)

Όταν ο Μπάνι, γιος μεγιστάνα των πετρελαίων, γνωρίζει τον φτωχό εργάτη Πολ και έρχεται σε επαφή με τις ιδέες του εργατικού κινήματος, αποκλίνει από την πορεία που είχε προαποφασίσει για αυτόν ο πατέρας του και αφοσιώνεται σε μια ισόβια αναζήτηση της αλήθειας και της δικαιοσύνης.


Η ιστορία διαδραματίζεται στις Η.Π.Α., σε μια περίοδο δέκα περίπου ετών, στις αρχές του 20ου αιώνα. Αφετηρία είναι η δεκαετία του 1910, όπου ο 13χρονος Μπάνι συνοδεύει τον πατέρα του σε όλες τις επαγγελματικές συναντήσεις, έτσι ώστε να μάθει από νωρίς τα μυστικά του επιχειρείν αλλά και τα μυστικά του πετρελαίου. Βλέπει και ακούει τα πάντα, από τις σκληρές διαπραγματεύσεις έως τους παράνομους χρηματισμούς, χωρίς ποτέ να του επιτρέπεται να του ξεφύγει κουβέντα.

Μια μέρα, όμως, ο Μπάνι γνωρίζει τυχαία τον Πολ και από τότε κάτι μέσα του τον αποτρέπει από το να ακολουθήσει τα χνάρια του πατέρα του στην πετρελαϊκή αυτοκρατορία. Από εκείνη τη μέρα, νιώθει χρέος του να παίρνει το μέρος των αδυνάτων και των αδικούμενων. Συμμετέχει στις απεργίες και τις διαμαρτυρίες που λαμβάνουν χώρα στις εταιρείες του, συμμαχώντας με τους απεργούς, διαλαλεί παντού τα αιτήματά τους, πληρώνει εγγυήσεις για την αποφυλάκιση συλληφθέντων, χρησιμοποιεί μεγάλο μέρος της περιουσίας του για την ενίσχυση του εργατικού κινήματος (οργανώνοντας ομιλίες και συγκεντρώσεις, εκδίδοντας μια εφημερίδα, συμβάλλοντας στην ίδρυση μιας ανώτατης σχολής), έως και κολεκτιβοποίηση των ίδιων των επιχειρήσεων του πατέρα του, ονειρεύεται!

Μέσα από τις 600 και πλέον σελίδες, παρακολουθούμε την ενηλικίωση του Μπάνι και πώς αυτός παλεύει να διαμορφώσει την προσωπική του άποψη για τον κόσμο, το χρήμα, την ηθική, τον έρωτα, την αλληλεγγύη. Επιλέγει να πορεύεται με βάση το σωστό και το δίκαιο - όπως το ορίζει το μυαλό του και η καρδιά του και όχι όπως το ορίζουν οι γύρω του - στενοχωρώντας μερικές φορές τα αγαπημένα του πρόσωπα.


Παράλληλα, ο συγγραφέας καταπιάνεται με πολύ σημαντικά ζητήματα, ο σχολιασμός και η ανάδειξη των οποίων, αποτελούν ολοφάνερα τον σκοπό του μυθιστορήματος : την κοινωνική ανισότητα, το εργατικό κίνημα και την διάσπασή του σε επιμέρους φράξιες, την πολιτική διαφθορά, το αδιάκοπο κυνήγι του χρήματος και εξουσίας, την παραπληροφόρηση (ή την επιλεκτική πληροφόρηση) των ΜΜΕ, την προσπάθεια μαζοποίησης και χειραγώγησης μέσω της θρησκείας.

Η γραφή ξεφεύγει λίγο απ' τα παραδοσιακά. Μεγάλες προτάσεις, οι οποίες ενίοτε σταματούν απότομα, και συνεχείς μικρές παύσεις, σηματοδοτούμενες από την άνω τελεία (τόσες άνω τελείες δεν έχω ξαναδεί σε μυθιστόρημα). Οι διάλογοι είναι ελάχιστοι και στην πλειοψηφία τους είναι ενσωματωμένοι στην αφήγηση, χωρίς καν εισαγωγικά. Σε γενικές γραμμές, μια κάπως στριφνή γραφή, αλλά μετά από μερικές σελίδες την συνηθίζεις και σου φαίνεται απολύτως φυσιολογική (αν όχι εθιστική!).

Η μετάφραση του Κορτώ είναι πραγματικά εξαιρετική, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις διαπίστωσα πως λείπει αδικαιολόγητα το κόμμα - καλό θα ήταν να είχε γίνει μια προσεκτικότερη επιμέλεια. Στο τέλος παρατίθεται και ένα αναλυτικό και κατατοπιστικότατο χρονολόγιο, με βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα.

* Η ταινία There will be Blood (2007) είναι βασισμένη στο βιβλίο.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...