Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

«Το κόκκινο βάζο» - Γιάννης Μαρής

Το «Κόκκινο βάζο» πρωτο-δημοσιεύτηκε σε συνέχειες το 1956, στην εφημερίδα Απογευματινή, υπό τον τίτλο «Τα μεσάνυχτα θα πεθάνεις, αγάπη μου». Η έκδοση που διάβασα ήταν προσφορά του Βήματος, στα πλαίσια ενός αφιερώματος στην ελληνική αστυνομική λογοτεχνία.
 
  
Το Βήμα (2011) – σελ. 264

Μου άρεσε πολύ το ατμοσφαιρικό αστυνομικό θρίλερ του Γιάννη Μαρή (ψευδώνυμο του Γιάννη Τσιριμώκου, 1916-1979). Καθώς χρονολογείται στα πρώτα στάδια της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας –τότε που ο σκοπός της ήταν αποκλειστικά η τέρψη του αναγνώστη μέσω της λύσης έξυπνων γρίφων και δεν είχε ακόμη συμπεριλάβει και τον κοινωνικό σχολιασμό στους σκοπούς του– είναι ένα ατόφιο ‘who-done-it’ μυθιστόρημα και συμπεριλαμβάνει όλα τα γνωστά απαραίτητα συστατικά του είδους : σασπένς, κίνητρα, εικασίες, ενδείξεις, άλλοθι, μπόλικους υπόπτους και συνεχείς ανατροπές.

Η υπόθεση : η Λένα Κορονέλλου ζει με τον σύζυγό της, Αντώνη, σε μια απομονωμένη βίλλα στο Ψυχικό. Είναι αρκετά πλούσια, όμως δεν φαίνεται να είναι ευτυχισμένη μες στον γάμο της και επιπλέον υποφέρει από τεντωμένα νεύρα. Τις τελευταίες νύχτες διαρκώς αισθάνεται πως κάποιος μπαίνει στο δωμάτιό της. Μια νύχτα, που πάλι αισθάνεται κάποιον κοντά της, πυροβολεί και ύστερα διαπιστώνει πως έχει πυροβολήσει τον άντρα της! Κατόπιν, όμως, ως διά μαγείας, δεν υπάρχει κανένα πτώμα και ο Αντώνης Κορονέλλος είναι εξαφανισμένος. Τι έγινε τελικά; Η Λένα είναι τρελλή; Τα φαντάστηκε όλα αυτά ή κάτι άλλο συμβαίνει;

Η εξέλιξη της πλοκής διατηρεί διαρκώς την αγωνία, καθώς οι απανωτές ανατροπές δεν αφήνουν τον αναγνώστη σε χλωρό κλαρί. Κανένας από τους εμπλεκόμενους δεν είναι υπεράνω υποψίας και σελίδα με τη σελίδα, οι υπόνοιες στρέφονται κάθε φορά και σε διαφορετική πιθανή εκδοχή. Και πάνω που φαίνεται να ξεκαθαρίζουν τα πράγματα, τότε είναι που όλο και κάποιο καινούριο στοιχείο ξεπηδά και βάζει την ιστορία σε διαφορετικό δρόμο.
Πιθανολογώ πως η τελική έκβαση και η λύση του μυστηρίου να φαντάζει στα μάτια του (μπουκωμένου από δεκάδες σύγχρονα αμερικάνικα και ευρωπαϊκά αστυνομικά) αναγνώστη, κάπως απλοϊκή και (πλέον) χιλιογραμμένη, φαντάζομαι όμως, πως το «Κόκκινο βάζο» θα ήταν πρωτοποριακό ως σύλληψη για τα δεδομένα της εποχής –άλλωστε λίγα αστυνομικά είχαν δημοσιευτεί ως τότε στη χώρα μας.

Η γραφή του Μαρή μαρτυρά ότι πρόκειται για ένα έργο της εκκολαπτόμενης (ακόμη) ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας : μινιμαλιστική, χωρίς πολλά στολίδια και φιοριτούρες, με διαλόγους φυσικούς και άμεσους, με μικρές προτάσεις, με εμφανή την έλλειψη περιγραφών και, αν και απέχει αισθητά από τις σύγχρονες αφηγηματικές τεχνικές, δεν μπορώ να παραβλέψω το ότι διατηρεί την γοητεία της παλιάς και σταθερής αξίας που αποτέλεσε πρόγονο των σημερινών επιτυχημένων αστυνομικών μυθιστορημάτων.

 Πολύ κατατοπιστικό το εισαγωγικό σημείωμα του Φίλιππου Φιλίππου, (όπως και σε κάθε βιβλίο της συγκεκριμένης σειράς από το Βήμα), που συνοψίζει περιεκτικά τα πρώτα βήματα των συγγραφέων αστυνομικών ιστοριών στην Ελλάδα αλλά και μερικά σημαντικά γεγονότα του τότε πολιτικού γίγνεσθαι.



Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

«Ο αυτοκράτορας του Όσεαν Παρκ» - Stephen L. Carter

Είμαι ο Τάλκοτ Γκάρλαντ, καθηγητής Νομικής και γιος του Δικαστή Όλιβερ Γκάρλαντ, ο οποίος προσφάτως απεβίωσε και μου άφησε έναν γρίφο να επιλύσω. Ο γρίφος αυτός υποτίθεται πως θα με οδηγήσει σε κάποιες διευθετήσεις –δεν ξέρω για τι στο καλό πρόκειται, αλλά πολύς κόσμος (και υπόκοσμος) φαίνεται να ενδιαφέρεται για αυτές. Περίεργοι θάνατοι συμβαίνουν, πράκτορες του Εφ-Μπι-Άι και ιδιωτικοί ντεντέκτιβ με επισκέπτονται συχνά και νιώθω διαρκώς ότι κάποιος με παρακολουθεί, παρότι επανειλημμένως λαμβάνω υποσχέσεις για την ασφάλεια της οικογένειάς μου. Α, μέσα σε όλα, η σύζυγός  μου έχει ξετρελαθεί με την υποψηφιότητά της για το Ανώτατο Δικαστήριο και επίσης είμαι πεπεισμένος ότι με απατάει.


εκδ. Άγκυρα (2002) – σελ. 624
μτφρ. Πόλυ Μοσχοπούλου


Κάπως έτσι θα συνόψιζε ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, τα όσα διαδραματίζονται στο βιβλίο του αμερικάνου καθηγητή Νομικής, Stephen L. Carter (γεν. 1954).

«Ο αυτοκράτορας του Όσεαν Παρκ» είναι ένα χορταστικά γεμάτο, συμπυκνωμένο μυθιστόρημα που κινείται ανάμεσα στο αστυνομικό και το δικαστικό θρίλερ, με έντονη την παρουσία ενός είδους σχολιογραφίας. Η πλοκή είναι πολύ καλοδουλεμένη και οι (μπόλικοι) χαρακτήρες άψογα δομημένοι. Το μυστήριο είναι αργά -αλλά σταθερά- κλιμακούμενο και εξίσου αργά αποκλιμακώνεται, διατηρώντας την αγωνία αμείωτη μέχρι το τέλος, ενώ οι (όχι τόσες πολλές, όσες θα περίμενα) αναφορές σε σκακιστικά προβλήματα προσθέτουν μια πρωτότυπη νότα.


Σε γενικές γραμμές, η ιστορία ρέει σχετικά αργά (για τέτοιου είδους μυθιστόρημα), αλλά αυτό καθόλου δε με ξένισε. Το αντίθετο μάλιστα, καθώς, προσωπικά εξέλαβα το μυστήριο απλώς σαν ένα πρόσχημα που χρησιμοποιεί ο Carter για να σχολιάσει μια ευρεία γκάμα θεμάτων, όπως τον ρατσισμό, τη διαφθορά, τα οικογενειακά μυστικά, τις συζυγικές σχέσεις, τη διαπλοκή του δικαστικού συστήματος, τις πολιτικές διασυνδέσεις, τον ρόλο του πανεπιστημίου και των καθηγητών, τον σκοπό της Νομικής επιστήμης. Όλα αυτά τα θέματα θίγονται μέσα από τις άκρως ενδιαφέρουσες και εξαιρετικά εύστοχες ενδότερες σκέψεις του πρωταγωνιστή, που δεν παραλείπει να τις παραθέτει διαρκώς και οι οποίες προκαλούν μια συμπάθεια εκ μέρους του αναγνώστη και ως έναν βαθμό μια ταύτιση με τον Τάλκοτ.

Ένα στοιχείο μονάχα με ενόχλησε και αυτό είναι ο συνεχής διαχωρισμός των χαρακτήρων σε μαύρους και λευκούς, θαρρείς και το χρώμα είναι το βασικό ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Το βρήκα ενοχλητικό, για κάθε χαρακτήρα που εισάγεται, να πρέπει να μαθαίνω πριν απ’όλα το χρώμα του –εντάξει, μπορώ να κατανοήσω πως ο ρατσισμός ήταν ένα από τα κύρια ζητήματα που ήθελε να στηλιτεύσει ο συγγραφέας, αλλά ο ειρωνικός και δηκτικός τρόπος με τον οποίο έγινε αυτό, ίσως δεν ήταν ο πλέον κατάλληλος.



Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

«Παγιδευμένος στα γρανάζια – αναμνήσεις ενός trader»

Πήρα το βιβλίο αυτό με την Κυριακάτικη Ημερησία, η οποία έχει ξεκινήσει μια σειρά βιβλίων με οικονομικά θέματα. Το συγκεκριμένο αποτελεί μια συγκλονιστική αυτοβιογραφία του Γάλλου trader, Jérôme Kerviel (γεν. 1977), με θέμα την περιβόητη υπόθεσή του ενάντια στην Société Générale. Το 2008, ο Kerviel κατηγορήθηκε από την τράπεζα ότι, ως διαπραγματευτής, εκτελούσε συναλλαγές για τις οποίες δεν ήταν εξουσιοδοτημένος, με αποτέλεσμα να ζημιώσει την τράπεζα κατά το ποσό των 4,9 δις €.

εκδ. Παπαδόπουλος (2010) - σελ.217
μτφρ. Ιωάννα Συρίγου

 Ο Kerviel αρχικά κάνει μια σύνοψη της υπόθεσής του, επιχειρηματολογώντας εν συντομία για να στηρίξει τη θέση του. Έπειτα, περιγράφει την πορεία του από το πανεπιστήμιο και την πρακτική που ολοκλήρωσε στον τραπεζικό τομέα, μέχρι την πρόσληψή του από την  Société Générale – πραγματοποίηση ενός ονείρου για αυτόν.
Εκεί, βοηθός των διαπραγματευτών αρχικά, σύντομα κατάφερε να γίνει και ο ίδιος ένας από τους διαπραγματευτές (trader). Έπειτα από λίγο καιρό άρχισε να κάνει όλο και πιο παράτολμες κερδοσκοπικές κινήσεις, διακινδυνεύοντας όλο και μεγαλύτερα ποσά, αυξάνοντας παράλληλα τον κίνδυνο. Όλες αυτές οι συναλλαγές αποδεικνύονταν κερδοφόρες, οπότε δεν αντιμετώπιζε συνέπειες. Κάποιοι οργανισμοί ελέγχου σημείωναν το γεγονός, αλλά η τράπεζα τον κάλυπτε. Στις αρχές του 2008, όμως, οι προϊστάμενοί του ανακίνησαν το θέμα και στη συνέχεια πήρε τον δρόμο της δικαιοσύνης.
Σύμφωνα με τον Kerviel -και αυτή ήταν η υπερασπιστική του γραμμή- όλοι οι προϊστάμενοί του, όχι μονάχα ήξεραν τις παράτολμες στρατηγικές που υιοθετούσε (αφού είχαν στη διάθεσή τους όλα τα αναλυτικά αποτελέσματα καθημερινώς) αλλά σιωπηρά τον ενθάρρυναν να ενεργεί έτσι, παρόλο που αυτό επισήμως απαγορευόταν. Ενός είδους άτυπη έγκριση, δηλαδή. Ως εκ τούτου, ο ίδιος δεν αποποιείται τις ευθύνες του, αλλά δεν δέχεται ότι είναι ο μόνος υπεύθυνος.
Μετά από την επιχειρηματολογία του, ακολουθεί η περιγραφή των αδιάκοπων αγώνων στα δικαστήρια, οι μέρες στη φυλακή και τα προβλήματα με τη νομική του ομάδα.
 
Η αφήγηση δεν περιέχει δύσκολα τεχνικά κομμάτια σε βαθμό που κάποιος εκτός του αντικειμένου να μην μπορεί να την παρακολουθήσει. Εξάλλου, ο σκοπός του Kerviel είναι να ακουστεί η γνώμη του και να τονίσει ότι οι προϊστάμενοί του ήξεραν ακριβώς τι έκανε και δεν ενεργούσε κρυφά και αυτοβούλως ούτε και είχε σκοπό ποτέ να ζημιώσει την τράπεζα ή να επωφεληθεί ο ίδιος.


        Δεν θα σταθώ τόσο στην επιχειρηματολογία του Kerviel και στο κατά πόσο είναι ένοχος ή όχι, όσο στο πώς ο ίδιος βίωσε την όλη διαδικασία. Όντας ένας άνθρωπος χωρίς καμία απολύτως σχέση με την αστυνομία και τα δικαστήρια, βρέθηκε ξαφνικά μπλεγμένος σε μια ασύλληπτη υπόθεση. Κράτηση 48 ωρών στο αστυνομικό τμήμα, δακτυλικά αποτυπώματα, σωματικοί έλεγχοι, συνεχόμενες πολύωρες ανακρίσεις. Έπειτα, διαρκές κρυφτό με τους δημοσιογράφους που καραδοκούσαν παντού για μια φωτογραφία ή μια δήλωση. Συνεχείς αλλαγές στην νομική του ομάδα, καθώς οι δικηγόροι του έρχονται σε προστριβές μεταξύ τους για την ηγεσία της υπεράσπισης και την επακόλουθη δημοσιότητα. Φυλάκιση για πάνω από έναν μήνα. Συνεχείς απορρίψεις των αιτημάτων του από το δικαστήριο. Πραγματικά, πρόκειται για σκηνές βγαλμένες από ταινία, οι οποίες όμως συνέβησαν στα αλήθεια και αυτό είναι που τις κάνει τόσο συγκλονιστικές.
Επίσης, ο τρόπος που είναι γραμμένο το βιβλίο, καθηλώνει. Ο λόγος είναι περισσότερο προφορικός παρά γραπτός, χωρίς αυστηρή δομή και αναδεικνύει την  απόγνωση και την αγωνία του πρωταγωνιστή να ακουστεί η θέση του και να μας πείσει για το ότι δεν είναι ο αποκλειστικός ένοχος.

Τελικά, ο Kerviel καταδικάστηκε το 2010 για κατάχρηση εμπιστοσύνης, δόλια εισαγωγή δεδομένων στα ηλεκτρονικά συστήματα και πλαστογραφία. Άσκησε έφεση, η οποία εκδικάστηκε τον Οκτώβριο του 2012, με την απόφαση να είναι πενταετής φυλάκιση και υποχρέωση να επιστρέψει το ποσό των 4,9 δισ. € στην τράπεζα.


Ένα βίντεο όπου ακούγονται όλες οι γνώμες (υπέρ και κατά του Kerviel), στο οποίο μιλά και ο γνωστός rogue trader Nick Leeson.




Και μια συνέντευξη του Kerviel και του δικηγόρου του, αμέσως μετά την απόρριψη της έφεσης, τον περασμένο Οκτώβριο.


Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

Δύο νουβέλες του Saul Bellow

Σε αυτό το τεύχος της συλλογής βραβείων Νόμπελ περιλαμβάνονται δύο νουβέλες του Saul Bellow (1915-2005).

εκδ. Καστανιώτη-FAQ (2010) – σελ. 206
μτφρ. Β. Καλλιπολίτης & Κ. Αγγελάκη-Ρουκ

Η πρώτη είναι «Η μοναδική», μία νουβέλα εσωτερικότητας και ενδοσκόπησης, η οποία περιστρέφεται γύρω από τον Χάρυ Τρέλμαν, έναν άνθρωπο που έχει ιδιαιτέρως οξυμένη την αίσθηση της παρατηρητικότητας και προσφέρει τις συμβουλές του για διάφορα ζητήματα της ζωής σε έναν δισεκατομμυριούχο. Το κυριότερο, όμως, είναι ότι ξανασυναντά μετά από δεκαετίες την παλιά αγαπημένη του, Έιμυ, η οποία έχει προσληφθεί ως εκτιμήτρια από τον μεγιστάνα. Έτσι, ο Χάρυ αναλογίζεται τα γεγονότα που συνέβησαν ανάμεσα σε κείνον και την Έιμυ, τον πρώην άντρα της και καλύτερό του φίλο, τη μητέρα του.

Η «Μοναδική» δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Βρήκα ενδιαφέρουσα μεν την αφηγηματική τεχνική, που ανακατεύει απροειδοποίητα τις μύχιες σκέψεις με την πραγματικότητα και το παρόν με το παρελθόν, αλλά η έλλειψη πλοκής και το βάρος που δίνεται σε συναισθήματα και μπερδεμένες αναμνήσεις του Χάρυ, με άφησαν με μια χλιαρή αίσθηση.


Αντίθετα, μου άρεσε αρκετά η δεύτερη νουβέλα, «Άδραξε τη μέρα».
Ο Τόμυ Ουίλχελμ δεν δείχνει να τα έχει καταφέρει πολύ καλά στη ζωή του. Άνεργος, χωρισμένος (με την γυναίκα του να τον απομυζεί, προφασιζόμενη την ανατροφή των δύο αγοριών τους), σε αθλία οικονομική κατάσταση, με άσχημη σχέση με τον πατέρα του και ανύπαρκτη σχέση με την αδερφή του. Μοιάζει απεγνωσμένος και τελικά καταντά έρμαιο στις κομπίνες ενός κομπογιαννίτη ψυχολόγου.

Ο Τόμυ δίνει την αίσθηση ενός ανώριμου και αφελούς ανθρώπου, αλλά δεν είναι έτσι. Παρότι έκανε πολλές επιπόλαιες επιλογές κατά το παρελθόν, έχει συνειδητοποιήσει τα λάθη του και προσπαθεί να βρει τρόπο να ορθοποδήσει. Ζητά επανειλημμένως συμπαράσταση από τον πατέρα του, όμως εκείνος επιμένει να τον επιπλήττει αυστηρά για τα σφάλματά του και αρνείται πεισματικά να τον βοηθήσει (ηθικά και οικονομικά) - αν και στους ξένους συνεχώς υπερηφανεύεται για τον «επιτυχημένο» γιο του. Έτσι ο Τόμυ εμπιστεύεται τις λιγοστές οικονομίες του στον απατεώνα (ο οποίος υπόσχεται ότι θα τις πολλαπλασιάσει στο χρηματιστήριο) παρόλο που κι ο ίδιος υποπτεύεται ότι κάτι δεν πάει καλά.

Εδώ, ο Bellow θίγει μια σειρά από ακανθώδη ζητήματα, όπως η ανωριμότητα των επιλογών, η δύναμη του χρήματος, οι διαφορετικές οπτικές παιδιών-γονέων, η επιδειξιομανία, η οικογενειακή θαλπωρή και τονίζει την ανάγκη για κατανόηση και συμπαράσταση που έχει ανάγκη ο οποιοσδήποτε και που αν δεν τα βρει από τους οικείους του, τότε μπορεί να στραφεί οπουδήποτε και γίνεται ευάλωτος σε ποικίλες κακοτοπιές.


Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

«Η πανούκλα» - Albert Camus

Διάβασα την Πανούκλα από μια παλιά έκδοση της Άγκυρας (1972, μτφρ. Δημ. Ζορμπαλάς), η οποία είχε εμφανή επάνω της τα σημάδια των δεκαετιών και μαρτυρούσε πως κάμποσοι αναγνώστες γεύτηκαν το εξαίσιο αυτό έργο του Camus.



Δεκαετία του 1940 στο Οράν, μια πόλη στις ακτές της Αλγερίας. Οι κάτοικοί του ζουν μια συνηθισμένη καθημερινότητα, όταν, ξαφνικά και εν μέσω της άνοιξης, ένα περίεργο φαινόμενο κάνει την εμφάνισή του : ποντίκια αρχίζουν να ψοφάνε σωρηδόν σε κάθε σημείο της πόλης. Σιγά-σιγά, όλοι θα καταλάβουν ότι πρόκειται για αυτό που εξαρχής φαντάστηκαν αλλά δεν ήθελαν να παραδεχτούν. Πανούκλα. Έκτακτα μέτρα επιβάλλονται από τις Αρχές, με το σκληρότερο να είναι ο αποκλεισμός της πόλης. Κανείς δεν μπορεί να φύγει από το Οράν πλέον.

Την ιστορία διηγείται ο «αφηγητής», ένας κάτοικος που έζησε από μέσα το Οράν τον καιρό της πανούκλας και, σε μορφή χρονικού, παραθέτει γεγονότα που είδε και άκουσε τότε. Η αφήγηση αυτή περιστρέφεται γύρω από τον γιατρό Μπερνάρ Ριέ, ο οποίος λόγω του επαγγέλματός του, εμπλέκεται ενεργά στα όσα διαδραματίζονται στην πόλη κατά την περίοδο της επιδημίας.

Το μυθιστόρημα αυτό (που πρωτο-εκδόθηκε το 1947) αποτελεί μια αριστουργηματική δυστοπία. Μέσα σε ένα κλίμα ασφυκτικού εγκλεισμού και συνεχιζόμενης απειλής, που οδηγεί σε μια γενικευμένη θλίψη, δυστυχία, αλλά και μια προσμονή για απελευθέρωση, ο Camus απογυμνώνει άριστα τον ανθρώπινο ψυχισμό και ξεσκεπάζει μια σειρά από -συχνά αθέατα- συναισθήματα και αντιδράσεις. Με μια ζηλευτή λυρικότητα και συνάμα με έναν καθηλωτικό ρεαλισμό, ορμώμενος από κάθε φάση του κύματος της αρρώστιας και την αντίστοιχη αντιμετώπιση των πολιτών, παρατηρεί και περιγράφει μια γκάμα αισθημάτων όπως η άρνηση, η αποδοχή, ο πόνος, ο χωρισμός, η αλληλεγγύη, ο εγωισμός, ο έρωτας, η υπομονή, η ελπίδα, η αισιοδοξία και η αποφασιστικότητα – στην αρχετυπική τους μορφή, έτσι που ως έμφυτα ένστικτα ξεπηδάνε υπό την απειλή της συλλογικής καταστροφής.


Ένα θετικό χαρακτηριστικό του έργου είναι ότι δεν επικεντρώνεται υπερβολικά σε συγκεκριμένους ήρωες, αγνοώντας τους υπολοίπους. Αντιθέτως, παρότι ακολουθεί διακριτικά δυο-τρία άτομα, ο αφηγητής πάντοτε έχει κατά νου να περιγράφει τι συμβαίνει στο σύνολο του πληθυσμού, καθώς ο σκοπός του χρονικού είναι να καταγράψει τα συμβάντα και την τροπή που πήρε η καθημερινότητα των πολιτών εν γένει.

Αυτό που μου έκανε εντύπωση, είναι πως ο αφηγητής κατά κάποιον τρόπο κατηγορεί τους κατοίκους του Οράν, οι οποίοι «δουλεύουν πολύ, μα πάντα για να πλουτίσουν» και «ενδιαφέρονται, ιδίως, για το εμπόριο, κι ασχολούνται πρώτα-πρώτα με το να κλείνουν δουλειές» και δίνει την αίσθηση πως άξιζαν αυτό που μετέπειτα έπαθαν. Στις πρώτες κιόλας σελίδες μας προκαταβάλει με την κάπως αρνητική του γνώμη για τους συμπολίτες του (υπονοώντας πως η πανούκλα που έπληξε την πόλη ήταν ενός είδους νέμεση), θεώρηση όμως που δεν υιοθετεί και στη συνέχεια, όπου με μια σχετική συμπάθεια τους μνημονεύει.

Πολλές είναι οι ερμηνείες που μπορούν να δοθούν σε μια τέτοια δυστοπία. Σύμφωνα με κάποιες από αυτές, ο Camus, με την πανούκλα αναπαριστά τη λαίλαπα του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Μια πιο σύγχρονη, επίσης ταιριαστή ερμηνεία, θα ήταν η αντιστοίχιση της πανούκλας με την θηριώδη οικονομική κρίση που πλήττει στον ευρωπαϊκό νότο, καθώς παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά της συλλογικής συμφοράς, μέσα στην οποία παρατηρούμε αντιστοίχως μια μεγάλη γκάμα από ανθρώπινους χαρακτήρες και συμπεριφορές. Βέβαια, ποικίλες ερμηνείες μπορούν να δοθούν, ανάλογα με την κατάσταση μέσα στην οποία βρίσκεται ο εκάστοτε αναγνώστης.

Υπάρχουν πολλά αποσπάσματα που θα ήθελα πα παραθέσω, αλλά μιας και το έχει ήδη κάνει εξαιρετικά το blog Αποστακτήριο Λέξεων εδώ και εδώ, θα αρκεστώ στην τελευταία παράγραφο :
Ακούγοντας, πραγματικά, τις χαρούμενες κραυγές που έρχονταν απ’την πόλη, ο Ριέ θυμόταν πως αυτή η χαρά απειλιόταν πάντα. Γιατί ήξερε πως αυτό το πλήθος αγνοούσε, […] πως ο βάκιλλος της πανούκλας δεν πεθαίνει κι ούτε εξαφανίζεται ποτέ, πως μπορεί ν’αποκοιμηθεί, δεκάδες χρόνια […] και πως θα’ρχοταν ίσως η μέρα, που για συμφορά και διδαχή των ανθρώπων, η πανούκλα θα ξαναξυπνούσε τα ποντίκια της, και θα τα έστελνε να ψοφήσουν σε μιαν ευτυχισμένη πόλη.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...