Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

«Μάτζικ Χόφμαν» - Jakob Arjouni



εκδ. Καστανιώτη (2002) - σελ. 292
μτφ. Στέφανος Τζαννετάτος


Τέλη της δεκαετίας του ’80, στη γερμανική επαρχία τρεις εικοσάχρονοι νεαροί (ο Φρεντ, η Ανέτε και ο Νίκελ) ληστεύουν μια τράπεζα. Από τους τρεις τους, μόνο ο Φρεντ συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε τέσσερα χρόνια φυλακή. Δεν καταδίδει τους συνεργούς και φίλους του, αντιθέτως περιμένει πώς και πώς να αποφυλακιστεί και να πραγματοποιήσει το όνειρό του (και αρχικό σχέδιο της παρέας) : με τα λεφτά από τη ληστεία να πάνε στον Καναδά και να ξεκινήσουν μια νέα ζωή.

Η ιστορία ακολουθεί τον νεαρό Φρεντ Χόφμαν (που στη φυλακή του κόλλησαν το παρατσούκλι Μάτζικ) από την ημέρα της αποφυλάκισής του, πρώτα στο χωριό του και μετά στο Βερολίνο όπου πηγαίνει για να (ξανα)βρει τους φίλους τους. Μέσα από αυτήν την περιπέτεια θα γνωρίσει μια Γερμανία που διαφέρει από τη χώρα που γνώριζε προτού φυλακιστεί, καθώς μέσα στο διάστημα αυτό που εκείνος είχε παγώσει τη ζωή του και παρέμενε προσηλωμένος αποκλειστικά στο όνειρο μιας νέας ζωής στον Καναδά, η υπόλοιπη κοινωνία (και μαζί και οι φίλοι του) δεν έχει μπει στην κατάψυξη αλλά αντιθέτως είχε προχωρήσει, είχε ζυμωθεί, είχε αναθεωρηθεί.
Στο οπισθόφυλλο ο Φρεντ χαρακτηρίζεται ως «ρομαντικός αντι-ήρωας» και αυτό ακριβώς είναι. Παρότι εικοσιτεσσάρων ετών, δίνει την εντύπωση ενός μικρού πεισματάρικου παιδιού. Πονηρός και συνάμα αφελής, ένας άκακος καταφερτζής που πιστεύει ακράδαντα πως ο ίδιος και μόνον ορίζει την τύχη του· δεν αφήνει καμία αναποδιά να του χαλάσει τα σχέδια, πεισματικά επιμένει να υλοποιήσει αυτό που τόσα χρόνια ονειρευόταν, ακόμα κι αν όλοι τον εγκαταλείψουν, και παρά τις συνεχιζόμενες ατυχίες δεν σταματά να ενθαρρύνει τον εαυτό του, σκεπτόμενος «ό,τι έγινε έγινε, ό,τι όμως είναι να γίνει από εδώ και πέρα, αυτό το καθορίζεις εσύ».

Σημαντικό ρόλο παίζει και το σκηνικό. Ο συγγραφέας εδώ μας παρουσιάζει ένα Βερολίνο μουντό και σκοτεινό, μια μητρόπολη που χωράει τους πάντες –από τον κυνηγημένο υπόκοσμο μέχρι τους θαμώνες των σικ εστιατορίων–, μια πόλη αρκετά μεγάλη ώστε να μπορείς να κρυφτείς αλλά και αρκετά μικρή ώστε να αισθάνεσαι διαρκώς εκτεθειμένος, μια πόλη όπου κανένας δεν είναι αυτό που δείχνει και που δεν σου επιτρέπει να είσαι σίγουρος ποιον να εμπιστευτείς και από ποιον να φυλαχτείς. Πολύ καλή η σκιαγράφηση της γερμανικής πρωτεύουσας, αν και θα μπορούσε να ήταν ακόμα καλύτερη.

Έχω την εντύπωση πως η θύμηση που θα κατακάτσει λίγο καιρό μετά την ανάγνωση θα είναι ο εξαιρετικός χαρακτήρας του Φρεντ· τον συμπάθησα αρκετά, ενδιαφέρθηκα για την τύχη του, ανησύχησα για το τι θα του συμβεί· τον λυπόμουν για τις αναποδιές που του τύχαιναν, τον θαύμαζα για το πώς τις αντιμετώπιζε και εν τέλει η περιπέτειά του μου έθεσε ένα ερώτημα που πλανιόταν συνεχώς και στην «Οικογένεια του Πασκουάλ Ντουάρτε» : «τελικά, η προσπάθειά μας να ορίσουμε το μέλλον μας είναι αποφασιστικής σημασίας ή το αποτέλεσμά της περιχαρακώνεται μόνο μέσα στα όρια που έχει εκ των προτέρων θέσει η μοίρα μας;»



Το πολύ ταιριαστό (με το μυθιστόρημα) εξώφυλλο είναι το γλυπτό του αμερικάνου ζωγράφου και γλύπτη George Segal, «The Diner».

George Segal, «The Diner»



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...