Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

«Η κάθοδος των τεσσάρων» - Nick Hornby

Το βιβλίο αυτό μου θύμισε μια ταινία που είχα δει πριν μια πενταετία περίπου. Δεν θυμάμαι το όνομά της, αλλά θυμάμαι ότι ήταν (κι αυτή) βρετανική και ότι περιέγραφε μια Αγγλία όπου κανείς δεν έλεγε ούτε το παραμικρό ψέμα. Μονάχα ολοκληρωτικές, ατόφιες και μη στρογγυλεμένες αλήθειες έβγαιναν από όλων τα χείλη.
Παρότι η σύλληψη ήταν πολύ ευφάνταστη και τα πρώτα είκοσι λεπτά της ταινίας ήταν ξεκαρδιστικά, εν τέλει αποδείχτηκε μια πατάτα.


εκδ. Πατάκη - σελ. 354
μτφ. Χίλντα Παπαδημητρίου


Τέσσερις -άγνωστοι μεταξύ τους- άνθρωποι αποφασίζουν να αυτοκτονήσουν πέφτοντας από την ταράτσα ενός ουρανοξύστη του Λονδίνου, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Ο Μάρτιν (γύρω στα πενήντα), η Μόριν (πενήντα ενός ετών), η Τζες (δεκαοκτώ) και ο Τζέι Τζέι (γύρω στα τριάντα) συναντιούνται τυχαία πάνω στην ταράτσα αλλά τελικά κανείς του δεν θα πέσει. Από εκείνη τη μέρα η μοναδική παρέα του καθενός θα είναι οι υπόλοιποι τρεις.

Πραγματικά δεν ξέρω τι περίμενα από αυτό το μυθιστόρημα. Μάλλον πολλά, αλλά όπως αποδείχτηκε, κακώς. Νομίζω πως περίμενα χιούμορ, δράμα, συγκίνηση, γέλιο, τροφή για σκέψη. Όλα αυτά μαζί ή έστω μερικά από αυτά. Τελικά βρήκα ελάχιστα.
Χιούμορ απλοϊκό και βεβιασμένο, γέλιο ανύπαρκτο, συγκίνηση σχεδόν μηδαμινή. Η πλοκή είναι εξαιρετικά χαλαρή· σκόρπια στιγμιότυπα μεταξύ των πρωταγωνιστών, που όμως δεν έχουν μεταξύ τους σύνδεση και ούτε φαίνεται να υπάρχει μια λογική συνέχεια ώστε να καταλήξουν κάπου, ενώ και το τέλος είναι απλά ανύπαρκτο. Ο συγγραφέας μοιάζει να μην έχει αποφασίσει τι μήνυμα θέλει περάσει με την ιστορία του και -ως φυσικό επακόλουθο- δεν έχει να μας παρουσιάσει και μια καλοσχεδιασμένη πλοκή με αρχή-μέση-τέλος.

Ο Χόρνμπι (γεν. 1957) διηγείται την ιστορία μέσω των τεσσάρων προσώπων, με διαδοχικούς μονολόγους. ΟΚ, καλό εύρημα, αλλά ούτε αυτό ήταν πολύ επιτυχημένο καθώς το ύφος που χρησιμοποιεί για τον καθέναν δεν πείθει και τόσο. Οι δύο άνδρες έχουν ακριβώς το ίδιο ύφος, ενώ και η Μορίν από την μέση και μετά συχνά παρουσιάζεται σαν χαζούλα (ενώ δεν εισήχθη ως τέτοια και ούτε είναι). Παραδόξως, ο χαρακτήρας που σκιαγραφήθηκε καλύτερα από όλους είναι αυτός της 18χρονης Τζες.

Το μοναδικό στοιχείο που κρατάω (και ίσως και να είναι το μήνυμα του βιβλίου) είναι μια σκέψη που κάνουν δύο από τους χαρακτήρες, η οποία συνοψίζεται στα λόγια της Τζες :
Αλλά ξέρετε πώς είναι όταν φυλάς πράματα καταχωνιασμένα στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου, σαν σε κουμπαρά για ώρα ανάγκης;  Για παράδειγμα, σκέφτεσαι, Μια μέρα, άμα δε θα τα βγάζω πέρα πια, θα αυτοκτονήσω. Μια μέρα, άμα θα τα’χω κάνει εντελώς σκατά, θα σηκώσω τα χέρια ψηλά και θα ζητήσω από τον μπαμπά και τη μαμά να με ξελασπώσουν. Να όμως που ο νοερός κουμπαράς για ώρα ανάγκης ήταν άδειος τώρα και η πλάκα είναι ότι από την αρχή δεν είχε τίποτα μέσα.


Μια ένσταση για την έκδοση : ένα από τα χαρακτηριστικά της ανάγνωσης είναι το ότι σου επιτρέπει να αφήνεις τη φαντασία σου ελεύθερη και μπορείς να φαντάζεσαι αυτά που διαβάζεις όπως εσύ θέλεις. Ε, λοιπόν, η συγκεκριμένη έκδοση δεν με άφησε να φανταστώ τους πρωταγωνιστές όπως εγώ θέλω, αφού επέλεξε να βάλει στο εξώφυλλο τους ηθοποιούς που ενσαρκώνουν τους ρόλους στην αντίστοιχη ταινία…


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...