Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

«Το τρίτο στεφάνι» - Κώστας Ταχτσής

Ώρες-ώρες σκέπτομαι τη γνωστή ρήση της αείμνηστης Μαλβίνας, ότι δηλαδή δέκα καλά βιβλία είναι αρκετά για μια ζωή. Εντάξει, ο αριθμός αυτός μου φαίνεται μικρός, αλλά, αν σώνει και καλά έπρεπε να συστήσω σε κάποιον μερικά βιβλία που αρκούν για μια ζωή, ε, ένα από αυτά θα ήταν σίγουρα το συγκλονιστικό αυτό μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή (1927-1988).


εκδ. Το Βήμα - σελ. 392
πρώτη έκδοση : 1962


Αρχές του ’60 στην Αθήνα, μια μεσήλικη γυναίκα θυμάται, εν είδει απολογισμού, τα σημαντικότερα γεγονότα της ζωής της. Μια ζωή που σημαδεύτηκε από ένα παιδί, τρεις γάμους, πολλές απώλειες, και τα δεινά του πολέμου.
Μέσα από τις αναμνήσεις της Νίνας, ο Ταχτσής έχει καταφέρει να χτίσει μια εξαιρετικά παραστατική τοιχογραφία της ελληνικής κοινωνίας του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Οι συγγενικός περίγυρος, άλλοτε τρυφερός κι άλλοτε καταπιεστικός, οι κοινωνικές σχέσεις, ανακατεμένες οι τυπικές κι επιφανειακές με τις ουσιαστικές και βαθιές, οι καημοί της μάνας για τα παιδιά της, τα αγόρια να μάθουν ένα προσοδοφόρο επάγγελμα, τα κορίτσια να καλοπαντρευτούν (στην ανάγκη… απλώς να παντρευτούν), η αγωνία του πολέμου, η απώλεια, το πένθος, το σφίξιμο των δοντιών στις αναποδιές της ζωής, η ομοφυλοφιλία, όλα αυτά σκιαγραφούνται άριστα μέσα σε περίπου τετρακόσιες σελίδες.

Αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο είναι η αφήγηση της Νίνας. Είναι τόσο έντονη, τόσο ζωντανή, τόσο αληθινή· από τις πρώτες κιόλας σελίδες σου φυτεύει την ψευδαίσθηση πως κάθεσαι μαζί της, στο ίδιο τραπέζι, αντικριστά, πίνετε το καφεδάκι σας, κουτσομπολεύετε όμορφα κι ωραία περί ανέμων και υδάτων, και σε μια στιγμή -κρακ!- κάτι σπάζει μέσα της, οι πρώτες ρωγμές από τα φορτία που τόσα χρόνια κουβαλάει ακούστηκαν, έξαφνα τότε αποφασίζει να σου ανοιχτεί, να ξεδιπλώσει μπροστά σου το κουβάρι της ζωής της, χωρίς τύψεις και ενοχές, δίχως ωραιοποιήσεις και στρογγυλεύσεις, την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, όπως τη βλέπει κι όπως την ένιωθε –έτσι κι αλλιώς πάντα τα βάσταγε μέσα της, δεν άφηνε ποτέ τα φορτία της να βαρύνουν κανέναν άλλον εκτός από τον ίδιο της τον εαυτό.
Δε μπορώ, όχι, δε μπορώ να την υποφέρω πια!... Τι πληγή είν’ αυτή που μου ’στειλες, θε μου; Τι αμαρτίες έχω κάνει για να με τιμωρείς τόσο σκληρά; Ώς πότε θα την έχω στην καμπούρα μου; Ώς πότε θα ’μαι υποχρεωμένη να την ανέχομαι, να βλέπω τη μούρη της, ν’ ακούω τη φωνή της, ώς πότε; Δε θα βρεθεί επιτέλους κανένας στραβός χριστιανός να την πάρει, ν’ απαλλαγώ απ’ αυτό το έκτρωμα της φύσεως, που μ’ άφησε ο πατέρας της για να μ’ εκδικηθεί – που χαΐρι και προκοπή να μη δουν εκείνοι που δε μ’ άφησαν να κάνω την έκτρωση!...
Και ακριβώς επειδή ήταν μια απόφαση της στιγμής να τα μοιραστεί μαζί σου, η αφήγησή της δεν βαδίζει πάνω σε σταθερές ράγες αλλά παρεκκλίνει συνεχώς, ξεκινάει από την κόρη της και ύστερα το κάθε πρόσωπο, το κάθε γεγονός, της φέρνει στον νου ένα άλλο πρόσωπο ή γεγονός, από το οποίο και πιάνεται για να συνεχίσει, ακολουθώντας το ένα παρακλάδι μετά το άλλο, σεργιανώντας τις δεκαετίες μπρος και πίσω, έτσι άτακτα, χωρίς συγκεκριμένη σειρά.
Κάποια στιγμή, στην αφήγηση μπαίνει η πεθερά (και καλύτερη φίλη) της Νίνας, η κυρα-Εκάβη, στης οποία το μυαλό (πάντα μέσα από την εξιστόρηση της Νίνας) παρεισφρέουμε. Πλέον η Νίνα σε σηκώνει από τη θέση του εξομολογητή και κάθεται εκείνη, παραχωρώντας ταυτόχρονα της θέση του εξομολογούμενου στην κυρα-Εκάβη. Θες η ηλικία της, θες η ωριμότητά της, θες ότι (όπως μαθαίνουμε) πάντοτε είχε την τάση να διατυμπανίζει τα προβλήματά της και να κλαίγεται γι’αυτά, εκείνης ο λόγος δεν είναι άτακτος και χειμαρρώδης, δεν αποτελείται από δαιδαλώδη δρομάκια, αλλά από μια μεγάλη ευθεία, θαρρείς και τόσες φορές που έχει διηγηθεί τους καημούς της, αυτοί έγιναν σενάριο κανονικό, με αρχή, μέση και τέλος.
Και ύστερα, η Νίνα ξανα-παίρνει τη θέση της εξομολογούμενης κι εσύ ξανα-κάθεσαι απέναντί της, συνεχίζοντας να την ακούς συγκαταβατικά με συμπάθεια· τώρα, όμως, εκείνη έχει εγκαταλείψει την προηγούμενη συναισθηματικά φορτισμένη εξιστόρηση, τώρα θαρρείς και της έφυγε το τρακ του ξεκινήματος, κυλάει κι αυτή (όπως κι η πεθερά της) σε μια μεγάλη ευθεία, προχωράει πιο σταθερά, πιο στιβαρά, και λέει, λέει, λέει –χωρίς ποτέ να ζητάει την συμφωνία σου ή την επιβεβαίωσή σου, μόνο να την ακούσεις–, μέχρι να φτάσει στο τέλος, στο παρόν.


Μετά την ανάγνωση, έκανα την καθιερωμένη διαδικτυακή περιήγηση προς αναζήτηση πληροφοριών και απόψεων για τον Ταχτσή και το έργο του. Γρήγορα διαπίστωσα πως μερικές από τις (δραματικές) καταστάσεις που περιγράφονται στο «Τρίτο στεφάνι» τις είχε ζήσει κι ο ίδιος, οπότε και σταμάτησα την περιήγηση· προτιμώ απλώς να κρατήσω στη μνήμη μου το έργο αυτό έτσι καθαρό, σαν μια ατόφια μυθοπλασία, παρά να μπολιάσω τη θύμησή του με κάθε λογής επεξηγήσεις και αυτοβιογραφικές αναφορές.



Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

«Στο βλέμμα της» - Θοδωρής Καλλιφατίδης

Για τον Θοδωρή Καλλιφατίδη γνώριζα ήδη μερικά πράγματα. Χάρη στην μεγάλη δεξαμενή πληροφοριών -το διαδίκτυο- ήξερα ότι έχει γεννηθεί στους Μολάους και λίγο μετά την ενηλικίωσή του μετανάστευσε στη Σουηδία, όπου ζει μέχρι σήμερα. Εκεί ακολούθησε συγγραφική πορεία και μάλιστα κάποια εποχή διετέλεσε διευθυντής ενός λογοτεχνικού περιοδικού.

Επιπλέον, είχα παρακολουθήσει την συνέντευξή του στις ‘Κεραίες της Εποχής μας’ και από όσα είπε, αυτό που μου είχε κάνει εξαιρετική εντύπωση ήταν το ότι γράφει στα σουηδικά και έπειτα ο ίδιος μεταφράζει τα βιβλία του στα ελληνικά.


εκδ. Γαβριηλίδης - σελ. 291


Αν και ήξερα αρκετά, λοιπόν, για την πορεία του Καλλιφατίδη, μέχρι σήμερα δεν είχε τύχει να διαβάσω κάτι δικό του. Η γνωριμία μου με το έργο του έγινε με αυτό το μυθιστόρημα, με το οποίο συνέβη το εξής περίεργο : παρότι κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης δεν με εντυπωσίαζε, εντούτοις, στις τελευταίες σελίδες έπιασα τον εαυτό μου να διακατέχεται από μια απροσδόκητη μελαγχολία· δεν μπορώ να εξηγήσω το γιατί, αλλά οι ήρωες που για τόσες σελίδες δεν μου έλεγαν κάτι το ιδιαίτερο, ήταν οι ίδιοι ήρωες για τους οποίους μελαγχόλησα που τους αποχωρίστηκα, που δεν θα μάθω πώς τα γεγονότα τα οποία διάβασα επηρέασαν την κοσμοθεωρία τους και πώς τελικά συνεχίστηκε η ζωή τους.

Το οπισθόφυλλο είναι εν μέρει παραπλανητικό. Η πρώτη του παράγραφος προϊδεάζει για ένα καταιγιστικό αστυνομικό θρίλερ, με ανθρωποκυνηγητό, πλεκτάνες και προδοσίες· η συνέχεια, όμως, βάζει τα πράγματα στη σωστή τους βάση : […] περιγράφει τις σχέσεις των σύγχρονων ανθρώπων με φόντο μια κοινωνία που συνεχώς αλλάζει και οδηγεί τα μέλη της στη μοναξιά.
Αυτό ακριβώς, λοιπόν, κάνει εδώ ο Καλλιφατίδης. Με χαμηλούς τόνους, χωρίς την αυξομειούμενη ένταση του αστυνομικού, αλλά περισσότερο με την διαρκώς υποβόσκουσα ένταση του νουάρ, εστιάζει στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο καθένας μας στον μικρόκοσμό του, βάζει έναν μεγεθυντικό φακό πάνω στα ζόρια που τραβάει ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά (με τη δουλειά, με την οικογένεια, με την υγεία, κτλ) και μελετά το πώς αυτά εξελίσσονται στον χρόνο αλλά και πώς αλληλεπιδρούν με τα αντίστοιχα του περίγυρού μας.
Παράλληλα -σε μικρότερο βαθμό, βέβαια- επιχειρεί να θίξει και τα συλλογικά προβλήματα (καθώς αυτά πάντοτε υπάρχουν, είναι εκεί, ανεξάρτητα από τα ατομικά δράματα) με την μετανάστευση και την πολυπολιτισμικότητα της Σουηδίας να είναι το κοινωνικό ζήτημα που φαίνεται να τον απασχολεί περισσότερο (χαρακτηριστικά, οι περισσότεροι από τους ήρωες του βιβλίου είναι είτε μετανάστες είτε παιδιά μεταναστών, ενώ και το ελληνικό στοιχείο έχει έντονη παρουσία).

Δεν μπορώ να αποφασίσω αν αυτό το δείγμα γραφής μαρτυρά έναν Έλληνα ή έναν Σουηδό συγγραφέα. Προσωπικά, είχα συνεχώς την αίσθηση ότι ο Καλλιφατίδης έγραφε με διπλή ιδιότητα : ως ξένος, συμπατριώτης μας, που μας καταθέτει την δική του οπτική για την καινούρια του πατρίδα· αλλά και από την άλλη πλευρά ως πλήρως αφομοιωμένος πλέον μετανάστης, ένας ντόπιος που ελάχιστα διαφέρει πια από τους γηγενείς, ο οποίος σκιαγραφεί πλευρές της Σουηδίας σε μια προσπάθεια να μας την γνωρίσει καλύτερα.

Στα πρόσφατα είκοσι χρόνια η Σουηδία, από τις πιο πλούσιες χώρες στην Ευρώπη, είχε περάσει στη δεύτερη κατηγορία. Η οικονομική ανάπτυξη σταμάτησε, τα καμάρια της βιομηχανίας η Βόλβο, η Σάαμπ, η Έρικσον πέρασαν σε ξένα χέρια. […] Εντούτοις το βραβείο Νόμπελ αποκτούσε όλο και μεγαλύτερο κύρος. Ως πότε θα παρέμενε σουηδικό;


 


Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

«Ποιος σκότωσε την κυρία Σκρουφ;» - Mika Waltari

Το μυθιστόρημα αυτό γράφτηκε από τον Waltari το 1939, στο πλαίσιο ενός διαγωνισμού αστυνομικού μυθιστορήματος, στο οποίο τελικά κέρδισε την πρώτη θέση.


εκδ. Καλέντης (2006) - σελ. 254
μτφ. Μαρία Μαρτζούκου


Μία πλούσια μεσήλικη γυναίκα, η κυρία Σκρουφ, βρίσκεται νεκρή στο διαμέρισμά της. Όλα δείχνουν πως πρόκειται για ατύχημα, ή έστω για αυτοκτονία, όμως η παρατηρητικότητα και η οξυδέρκεια του επιθεωρητή Φρανς Πάλμου αποκαλύπτουν πως στην πραγματικότητα κάποιος ήθελε την κυρία Σκρουφ νεκρή. Ύποπτοι είναι όλοι όσοι βρίσκονταν στον κοντινό κύκλο του θύματος, καθώς όλοι λίγο-πολύ θα είχαν τον λόγο τους να την θέλουν νεκρή.

Η ιστορία ακολουθεί τα πρότυπα των κλασικών αγγλοσαξονικών αστυνομικών. Ανακαλύπτεται το έγκλημα και έπειτα ξεκινά ένα γαϊτανάκι υποψιών και ανακρίσεων, στις οποίες ο καθένας προσπαθεί να προστατευτεί και βγάλει την ουρά του απ’έξω, ανακατεύοντας διαρκώς το ψέμα με την αλήθεια.
Χαρακτηριστικό, επίσης, είναι ότι (σαν άλλος Watson) αφηγητής της ιστορίας είναι ο βοηθός του επιθεωρητή –ένας νεαρός που σπούδασε νομικά και φιλοδοξεί να ακολουθήσει καριέρα στην εγκληματολογία–, ο οποίος μας περιγράφει επακριβώς τις διαδικασίες των ερευνών μέχρι και την ανακάλυψη του ενόχου, προσθέτοντας κάθε φορά και την δική του οπτική για τα γεγονότα. Μέσα από την αφήγησή του παρακολουθούμε και τη σχέση του με τον επιθεωρητή, μια σχέση που χαρακτηρίζεται από πατρικές συμβουλές και από απροειδοποίητες εξάρσεις· μια σχέση, δηλαδή, περισσότερο πατέρα-γιου και λιγότερο προϊστάμενου-υφιστάμενου.

Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με την αρχετυπική έννοια του όρου, από αυτά που εστιάζουν καθαρά στο ποιος είναι ο ένοχος χωρίς να ενδιαφέρονται να ασκήσουν κοινωνική κριτική (τάση που τότε, άλλωστε, δεν είχε ακόμη εξαπλωθεί). Δεν με ενθουσίασε αλλά ούτε με απογοήτευσε, και σε κάθε περίπτωση με άφησε με την επιθυμία να διαβάσω και το άλλο αστυνομικό του Waltari που έχω στο ράφι μου.

Στο τέλος του βιβλίου παρατίθεται ένα ενδιαφέρον επίμετρο της Φινλανδής καθηγήτριας λογοτεχνίας, Heta-Pyrhönen, στο οποίο αναλύει τις πτυχές των αστυνομικών έργων του Waltari, εξηγώντας μας τις λεπτές αντιστοιχίες των ηρώων και της πλοκής με την φινλανδική κοινωνία και τα σκανδιναβικά στερεότυπα.


 ¶
Πολύ στρωτή η (απευθείας από τα φινλανδικά) μετάφραση, που έγινε με επιχορήγηση από το Κέντρο πληροφόρησης για τη φινλανδική λογοτεχνία. Γίνονται άραγε αντίστοιχες ενέργειες για την προώθηση της ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο εξωτερικό; Δεν γνωρίζω, αλλά θέλω να ελπίζω πως γίνονται.



Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

«Η παραβολή του ασώτου» - Γιάννης Καρβέλης

Στις αρχές του 1999 μία απόρρητη πληροφορία διαρρέει κρυπτογραφημένη πίσω από ένα μαθηματικό πρόβλημα, με επακόλουθο μια μεγάλη χρηματιστηριακή απάτη. Έναν χρόνο αργότερα, ο μαθηματικός Αντώνης Στυλιανίδης, που υπήρξε από τα θύματα της απάτης αυτής, χρησιμοποιώντας τις μαθηματικές του ικανότητες προσπαθεί να αποδείξει την ενοχή των εμπλεκομένων, για να πάρει ενός είδους εκδίκηση.


εκδ. Γαβριηλίδη (2010) - σελ. 223


Χωρίς να το επιδιώκω, στον νου μου, ετούτο το μυθιστόρημα παραλληλίζεται με το προηγούμενο του Καρβέλη που είχα διαβάσει, τον «Κρατούμενο μηδέν»· μια ιστορία που βασιζόταν κατά ένα μεγάλο ποσοστό σε ένα ευφυές εύρημα-γρίφο και κατά τα άλλα έμενε σε ρηχά νερά. Επιπλέον, εκεί είχα παρατηρήσει ότι ο Καρβέλης είχε γράψει περισσότερο ως επιστήμονας και λιγότερο ως λογοτέχνης. Ε, λοιπόν, τα ίδια ισχύουν –ίσως και σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό– και στην «Παραβολή του ασώτου».

Φαντάζομαι πως αυτό που ήθελε να επιτύχει ο συγγραφέας είναι να δείξει μια άλλη πλευρά των μαθηματικών· όχι την αυστηρή και στριφνή που αποκομίζεται στο σχολείο, αλλά μια διαφορετική, πιο πρακτική, πιο προκλητική, πιο ψυχαγωγική. Έτσι, λοιπόν, έχει επινοήσει κάποια πολύ ενδιαφέροντα προβλήματα και έπλασε μια (ενίοτε, τραβηγμένη απ’τα μαλλιά) πλοκή για να τα περιτυλίξει και να μας τα παρουσιάσει.
Η ιστορία ξεκινά με έναν πολύ πρωτότυπο μαθηματικό πρόβλημα, πάνω στον οποίο βασίζεται η ραχοκοκαλιά της υπόθεσης. Έπειτα, παρεισφρέουν κάμποσα ακόμη μαθηματικά προβλήματα και γρίφοι που τίθενται από τον πρωταγωνιστή –ο οποίος είναι προφανώς το alter ego του συγγραφέα και μέσω αυτού ουσιαστικά πραγματοποιείται μια επιχειρηματολογία υπέρ της ψυχαγωγικής πλευράς των μαθηματικών. Επίσης, μέσω αυτού γίνονται (κάπως άγαρμπα, είναι η αλήθεια) μερικά κοινωνικά σχόλια, που αφορούν είτε στο σύστημα δικαιοσύνης, είτε στο σύστημα εκπαίδευσης, κτλ.

Θα μπορούσα να γράψω για την έλλειψη αληθοφάνειας της πλοκής και για τους προβληματικούς χαρακτήρες ή για το ότι ως λογοτεχνικό έργο δεν πιάνει τη βάση· όμως για να είμαι δίκαιος, το βιβλίο (από ό,τι βλέπω, στο αυτί του) τοποθετείται στην περιοχή των ψυχαγωγικών μαθηματικών και όχι στην λογοτεχνία (ούτε καν στην εκλαϊκευμένη επιστημονική λογοτεχνία), οπότε και δεν μπορώ παρά να γράψω πως για το είδος του είναι πολύ επιτυχημένο.



Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

«Φορμόλη» & «Ηλιακή καταιγίδα»

Τα τελευταία χρόνια, τόσο στη χώρα μας όσο -εικάζω- και στο εξωτερικό έχουν γίνει πολύ της μόδας τα σκανδιναβικά αστυνομικά. Πλέον, όποιος Σουηδός (πρωτίστως) και Νορβηγός (δευτερευόντως) γράψει ένα αστυνομικό ή ένα θρίλερ, αυτομάτως έχει αυξημένες πιθανότητες να μπει στην λίστα των μπεστ-σέλλερ.
Μέχρι στιγμής, δεν συμμερίζομαι αυτήν την “σκανδιναβο-μανία”, καθώς τα σουηδέζικα αστυνομικά που διάβασα τον τελευταίο καιρό, συνολικά μου άφησαν μια μετριότατη επίγευση.


Ένα από αυτά που δεν ανταπεξήλθαν στις προσδοκίες μου είναι η «Ηλιακή καταιγίδα».

Asa Larsson
εκδ. Μεταίχμιο (2011) - σελ. 369
μτφ. Γρηγόρης Κονδύλης


Ένας νεαρός ιεροκήρυκας σε ένα σουηδικό χωριό δολοφονείται άγρια. Η Ρεμπέκα Μάρτινσον, δικηγόρος φορολογικών υποθέσεων στη Στοκχόλμη, μαθαίνει το τραγικό νέο και αμέσως σπεύδει στην περιοχή, καθώς παλαιότερα ήταν φίλη με την οικογένεια του θύματος.

Παρότι το εξώφυλλο ισχυρίζεται πως πρόκειται για “ένα μικρό θαύμα” και για ένα “διεθνές μπεστ-σέλερ”, μάλλον αδιάφορο θα χαρακτήριζα το πρωτόλειο της Λάρσον· δεν μου φάνηκε κάτι το αξιόλογο και υποθέτω πως κατάφερε να μεταφραστεί στα ελληνικά κυρίως χάρη στην τρέχουσα μόδα που λέγαμε παραπάνω.
Η αίσθηση που αποκόμισα είναι ότι η συγγραφέας προσπάθησε να κάνει μια μίξη μερικών κλασικών -για ένα αστυνομικό- συστατικών : μία δικηγόρο που παλεύει μόνη της ενάντια σε όλους και όλα, έναν στριφνό εισαγγελέα, μια καταφερτζού (ετοιμόγεννη) αστυνομικίνα, μπόλικα μυστικά αλισβερίσια και το σκοτεινό παρελθόν που επανέρχεται στην επιφάνεια. Όμως, για τα γούστα του αναγνωστικού μου αισθητηρίου, όλα αυτά τα πολύ ωραία συστατικά δεν αναμείχθηκαν επιτυχώς με αποτέλεσμα η ιστορία να είναι κάπως άνοστη και άνευρη.

Στα συν του έργου, η στηλίτευση μιας (δυστυχώς, αρκετά συνηθισμένης) κατάστασης κατά την οποία η θρησκεία χρησιμοποιείται από κάποιους επιτήδειους ως μέσο εξουσίας και πλουτισμού, καθώς και η ωραία αναπαράσταση της παγωμένης σουηδικής επαρχίας (με το σκούτερ για το χιόνι να είναι το σύνηθες μεταφορικό μέσο).

Δύσκολα θα διαβάσω άλλο βιβλίο της Λάρσον, αλλά σίγουρα θα διαβάσω κι άλλους Σουηδούς, καθώς μερικοί είναι ήδη αγορασμένοι και περιμένουν να βγουν από το ράφι.


Αντιθέτως, εξαιρετική επίγευση μου άφησε ένα αστυνομικό που μας έρχεται από λίγο βορειότερα.

Arnaldur Indridason
εκδ. Λιβάνη (2007 & 2013) - σελ. 392
μτφ. Έφη Τσιρώνη


Όταν, την περίοδο που διαβάζω ένα βιβλίο, μέσα στην ημέρα ανυπομονώ να έρθει η ώρα που θα βγάλω τον σελιδοδείκτη από τη θέση του και θα συνεχίσω να γυρίζω τις σελίδες, ε, αυτό είναι σημάδι για ότι το συγκεκριμένο βιβλίο μου αρέσει πολύ. Κάτι αντίστοιχο συνέβαινε και κατά τις τρεις ημέρες που αφιέρωσα στη «Φορμόλη».

Η υπόθεση : Ένας εβδομηντάχρονος βρίσκεται νεκρός στο σπίτι του, έχοντας δεχτεί ένα μοιραίο τραύμα το κεφάλι. Την δολοφονία αναλαμβάνει να εξιχνιάσει ο επιθεωρητής Έρλενδουρ, οποίος με τη βοήθεια των άμεσων συνεργατών του –του Σίγουρδουρ και της Έλινμποργκ– θα πρέπει να γυρίσει δεκαετίες πίσω, διεισδύοντας στα άδυτα της ζωής του θύματος και φέρνοντας στο φως μερικά καλά κρυμμένα μυστικά· μυστικά που κρύβουν ολόκληρες οικογενειακές τραγωδίες.

Πρόκειται για ένα κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα, στο οποίο δίδεται περισσότερη βαρύτητα στην εύρεση του ενόχου και λιγότερη στην κοινωνική κριτική (αν και η δεύτερη δεν απουσιάζει εντελώς).
Διαβάζοντας το, μπορώ να πω ότι θαύμασα την μαστοριά με την οποία ο Ισλανδός συγγραφέας έχτισε την ιστορία του· μια ιστορία εξαιρετικά καλογραμμένη και άρτια δομημένη, με φυσικότητα και χωρίς εξάρσεις ή υπερβολές· οι χαρακτήρες δεν είναι μήτε εξεζητημένοι μήτε αδιάφοροι, ενώ και η εξέλιξη της πλοκής είναι ομαλή και γρήγορη, οδηγώντας μας χωρίς κενά ή άλματα από το ένα στοιχείο στο επόμενο, μέχρι και το (λογικό και φυσιολογικό) τέλος.
Επιπλέον, μου άρεσε αρκετά ο κεντρικός χαρακτήρας, ο επιθεωρητής Έρλενδουρ. Είναι ένας έντιμος αστυνομικός, αλλά δεν διστάζει καμιά φορά να περνάει και λίγο τα εσκαμμένα προκειμένου να κάνει αποτελεσματικότερα τη δουλειά του· παρότι τα χρόνια του στην υπηρεσία τον έχουν σκληρύνει αρκετά, φαίνεται πως οι υποθέσεις του όλο και καταφέρνουν και τον επηρεάζουν συναισθηματικά, φυτεύοντάς του φιλοσοφικά ερωτήματα μέσα στο μυαλό. Ο λόγος, όμως, για τον οποίο μου έκανε περισσότερη εντύπωση είναι η στάση του ως πατέρας. Η η κόρη του είναι ναρκομανής, παράλληλα της προκύπτει μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη χωρίς η ίδια να ξέρει ποιος είναι ο πατέρας, ενώ χρωστάει και χρήματα σε επικίνδυνους ανθρώπους του υποκόσμου. Παρόλα αυτά –και εντελώς αντίθετα από τα ελληνικά στάνταρ– ο Έρλενδουρ προσπαθεί με ηρεμία να την συνετίσει, σέβεται τα θέλω της για τη δική της ζωή, πικραίνεται μεν αλλά δεν παθαίνει υστερίες και γενικά έχει την συμπεριφορά που εμείς έχουμε στον νου μας σαν την τυπική (ψυχρή) βορειο-ευρωπαϊκή.

Εκτός από την αναγνωστική απόλαυση, αποκόμισα και μια καινούρια γνώση, σχετικά με τα ισλανδικά ονόματα. Οι Ισλανδοί, λοιπόν, χρησιμοποιούν τα μικρά ονόματα για να προσφωνούν ο ένας τον άλλον και όχι τα επίθετα, καθώς τα επίθετα δεν είναι χαρακτηριστικά οικογενειών (όπως είναι στην Ελλάδα), αλλά προκύπτουν από το πατρώνυμο προσθέτοντας απλώς μια κατάληξη (-σον για τους γιους και –ντοτιρ για τις κόρες).



¶ (για την «Ηλιακή καταιγίδα»)
Το αντίτυπό μου έχει κάποια θέματα με την εκτύπωση. Κάποιες σελίδες είναι έντονα τυπωμένες ενώ άλλες ισχνά. Η διαφορά αυτή, δε, παρατηρείται ενίοτε ακόμα και μέσα στην ίδια σελίδα…


¶ (για τη «Φορμόλη»)
Γενικότερα, καλό είναι, όταν δεν πρόκειται για κάποια από τις δημοφιλείς ευρωπαϊκές γλώσσες, να αναφέρεται από τον εκδότη η γλώσσα από την οποία έγινε η μετάφραση. Εδώ δεν αναφέρεται· υποθέτω ότι έγινε από τα αγγλικά.



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...