Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

«Η ψιλικατζού» - Κωνσταντίνα Δελημήτρου

Εδώ και κάμποσο καιρό είχε πάρει το μάτι μου το βιβλίο ετούτο και αυτό που μου είχε κεντρίσει περισσότερο το ενδιαφέρον ήταν ότι δεν πρόκειται για έργο μυθοπλασίας αλλά για το προσωπικό ημερολόγιο της ιδιοκτήτριας ενός ψιλικατζίδικου σε μια υποβαθμισμένη γειτονιά της πρωτεύουσας. Δεν ξέρω αν ισχύει αυτό 100%, πάντως εγώ ως καταγραφές αληθινού ημερολογίου το διάβασα και μπορώ να διαβεβαιώσω πως πείθει μέχρι την τελευταία του γραμμή για τέτοιο.

 
εκδ. Intro Books
σελ. 125 (ηλ. έκδοση)


Το εξομολογητικό ημερολόγιο της Κ.Δ. αποτελείται από δύο μεγάλες κατηγορίες : την καθημερινότητά της στο ψιλικατζίδικο και τις δυσκολίες της στο να συλλάβει παιδί.

Η πρώτη κατηγορία (έχω την εντύπωση ότι) αποτελείται κυρίως από παλαιότερες αναρτήσεις στο ιστολόγιό της και επικεντρώνονται στον σχολιασμό της γειτονιά της, της οποίας έχει μια σφαιρική θεώρηση λόγω του μαγαζιού της. Επίσης, πού και πού παρεισφρέουν αναμνήσεις της από την παιδική και εφηβική της ηλικία.
Έτσι, με μπόλικες δόσεις χιούμορ και μια εξαιρετικά άμεση γλώσσα μαθαίνουμε για τους τύπους πελατών της, την ξενοφοβία και τον ρατσισμό στην γειτονιά της, για τα καμώματα των μικρών μαθητών του απέναντι σχολείου, για την περίοδο που έβαφε νύφες ως αισθητικός, για την σχολική της τσάντα που μισούσε αλλά της την επέβαλλε η γιαγιά της.

Η δεύτερη κατηγορία είναι εντελώς διαφορετική. Σ’αυτήν, η Κ.Δ. μιλάει για το πρόβλημα υπογονιμότητας που αντιμετωπίζει, το οποίο την κρατάει μακριά από αυτό που ονειρευόταν : να γίνει μαμά. Έτσι, ενώ καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να μείνει έγκυος, μοιράζοντας τον χρόνο της σε ιατρεία και κέντρα γονιμότητας και εναποθέτοντας τις ελπίδες της σε εμβρυολόγους και γυναικολόγους, πρέπει παράλληλα να αντιμετωπίζει και τα σχόλια του κοινωνικού της περίγυρου – σχόλια του τύπου “εσείς πότε θα βάλετε μπροστά για παιδί;”, “άντε κάντε κι εσείς παιδάκι τώρα προτού γεράσετε”, και διάφορα παρόμοια που την πληγώνουν μεν αλλά δεν της επιτρέπεται να το δείξει δε.
Αυτή η κατηγορία είναι άκρως φορτισμένη συναισθηματικά. Τα άγχη, οι ελπίδες και οι απογοητεύσεις της Κωνσταντίνας και του συζύγου της μας μεταφέρονται εξαιρετικά γλαφυρά και είναι αυτά τα κομμάτια που βιαζόμουν περισσότερο να διαβάσω, αγωνιώντας να μάθω τι θα γίνει στη συνέχεια.

Οι δύο κατηγορίες παρατίθενται εναλλάξ (με διαφορετική γραμματοσειρά η καθεμιά) και αυτό ακριβώς είναι το τρικ που απογειώνει το βιβλίο. Κάθε σελίδα χιούμορ ακολουθείται από το άγχος για την εγκυμοσύνη· εκεί που γελάς με την ψυχή σου από τις ξεκαρδιστικές περιγραφές της Κ.Δ., -τσουπ!- συμπάσχεις με την αγωνία της για τα αποτελέσματα των εξετάσεων· και αντίστροφα, εκεί που στενοχωριέσαι για την αποτυχία της θεραπείας της, έρχεται η (ελαφρώς) αθυρόστομη εξιστόρηση κάποιου ευτράπελου να σου σχηματίσει ένα χαμόγελο.

Γλυκόπικρο σε όλη του την έκταση το βιβλίο, με τη συγκίνηση και το γέλιο να εναλλάσσονται ασταμάτητα, δεν μας επιφυλάσσει μεν το happy end που έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε, η ίδια η συγγραφέας όμως απαιτεί να ενημερώνουμε ότι η ιστορία της (μετά το βιβλίο) έχει αίσιο τέλος.


Μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα :

i.
Όταν πρωτοήρθα, με πλησίασαν συνωμοτικά σχεδόν όλοι οι ευυπόληπτοι γείτονες –Έλληνες- να με προειδοποιήσουν. Γιατί, λέει, με είχαν συμπαθήσει - καλή είμαι.
«Πρόσεχε τα βερεσέδια», «Οι Αλβανοί θα σε φεσώσουν», «όλα τα μαγαζιά τραβάνε τα μαλλιά τους» και άλλα χαριτωμένα. Μου είπαν και συγκεκριμένες οικογένειες να προσέχω. Ειδικά τους Πακιστανούς. Α, ρε, τα Πακιστανάκια με τις μπύρες τους, οι καλύτεροι πελάτες. Το τι φέσι έφαγα από τους Έλληνες δε λέγεται. Οι δε Αλβανοί, κύριοι. Οι Αρμένιοι αφήνουν πάντα φιλοδώρημα γιατί είμαι καινούργιο μαγαζί και θέλουν να πάω καλά.
Το πιο ανατριχιαστικό, όμως, είναι τα παιδάκια του Δημοτικού. Όταν όλα τα Ελληνάκια αλωνίζουν, πειράζουν και γενικώς μου πηδάνε το μαγαζί, τα άλλα, τα ξένα ντε, φοβούνται ακόμη και να μου μιλήσουν. Μου δείχνουν τα χέρια τους πριν φύγουν γιατί ξέρουν τη στάμπα που τους κολλήσαμε και παλεύουν να κερδίσουν αξιοπρέπεια.


ii.
Άλλο ένα τρίμηνο πέρασε, άλλη μια εξέταση σπέρματος, άλλος ένας μαραθώνιος βιταμινών, αντιβιώσεων, θλίψης. Το γαμημένο σαλόνι πάντα εκεί, γεμάτο με φουσκωμένες κοιλιές και ατέλειωτα παράπονα για πρησμένα στήθια και πόδια. Παράπονα για το σώμα τους, για τις καμπύλες τους, για τα κιλά. Καμία κουβέντα για το μωράκι τους.
Ήθελα να τις πιάσω απ΄ το λαιμό και να τις ταρακουνήσω γερά. Να καταλάβουν πόσο τυχερές είναι, να δουν μέσα απ΄ την κοιλιά τους, για πρώτη φορά, ότι δεν είναι σκέτο λίπος, υγρά και βάρος. Ότι έχουν μια ακόμα καρδούλα να χτυπάει και την πληγώνουν πριν καν γεννηθεί.


iii.
Τώρα, όμως, έγινε τρέντι η μετάφραση από αγγλικά σε ελληνικά. Όοοοχι, δεν είναι σωστό να πεις: «δώσε το αλάτι, ρε μάστορα», όχι. Πρέπει να το πεις όπως ο αστοιχείωτος το μετάφρασε στο βιβλίο, από “pass me the salt” σε «πέρασέ μου το αλάτι». Για να δείξεις, φυσικά, ότι το διάβασες το ρημάδι.


iv.
Βρέθηκα σε δικτυακούς τόπους φτιαγμένους για ψυχολογική υποστήριξη γυναικών που έχουν αποβάλει. Τόσος πόνος και μπορούσες να συζητήσεις τα πάντα. Το παραμικρό που είχα νιώσει το είχαν νιώσει την ίδια στιγμή και εκατοντάδες γυναίκες απ’ όλο τον κόσμο. Υπήρχαν γυναίκες που είχαν αποβάλει περισσότερες από μία φορές, πέντε και έξι. Και ήταν τόσο δυνατές. Πόσο τις ζήλευα και πόσο τις λυπόμουν.
[…]
Το θέμα επίσης είχε εμπορευματοποιηθεί εντυπωσιακά. Υπήρχαν ολόκληρες ιστοσελίδες που σου κανόνιζαν μια κανονική τελετή κηδείας ανάλογα με τη θρησκεία σου. Άλλες που με ένα αρκετά μεγάλο αντίτιμο αγόραζες ένα φυλακτό με χαραγμένη επάνω την ημερομηνία αποβολής του μωρού σου για να μην το ξεχάσεις ποτέ. Άλλες που σου έφτιαχναν ένα μενταγιόν και έβαζες μέσα τη φωτογραφία του υπέρηχου. Ανατρίχιασα.


Αφού είδε τα γραπτά της να εκδίδονται σε χαρτί, πλέον η Κωνσταντίνα Δελημήτρου διαθέτει δωρεάν την «Ψιλικατζού» σε ηλεκτρονική μορφή.



Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

«Συνωμοσία της φωτιάς» - Stuart Neville

Το ντεμπούτο του Βορειοϊρλανδού συγγραφέα ήταν πράγματι εντυπωσιακό. Τα «Φαντάσματα του Μπέλφαστ» είχε αποδειχτεί ένα τόσο γεμάτο και καταιγιστικό θρίλερ, που δεν θα μπορούσα να μην τον ακολουθήσω και στο επόμενο συγγραφικό του βήμα.

 
εκδ. Μεταίχμιο - σελ. 427
μτφ. Βάσια Τζανακάρη


Ο Νέβιλ πιάνει το νήμα εκεί από όπου το είχε αφήσει στα «Φαντάσματα του Μπέλφαστ» και το συνεχίζει με στο ίδιο μοτίβο. Ο Τζέρι Φέγκαν κρύβεται από όλους, όμως ακόμη αποτελεί στόχο πολλών και σύντομα θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει την κρυψώνα του και να αντιμετωπίσει τους εχθρούς του.

Εδώ όμως ο Φέγκαν δεν είναι ο απόλυτος πρωταγωνιστής, αλλά περιορίζεται σε δευτερεύοντα (αν όχι τριτεύοντα) ρόλο. Κυρίως ακολουθούμε δύο άλλους χαρακτήρες : τον Ταξιδιώτη και τον Τζακ Λένον. Ο Ταξιδιώτης είναι ένας πληρωμένος δολοφόνος που έχει αναλάβει να βρει και να εκτελέσει τον Φέγκαν και ο Λένον είναι ένας υπαστυνόμος ο οποίος ενάντια σε συνωμοσίες διεφθαρμένων μπάτσων και νονών του υποκόσμου προσπαθεί να βρει την μικρή του κόρη και την μητέρα της. Αυτές τις δύο, όμως, πασχίζει να προστατέψει και ο Φέγκαν, οπότε οι δρόμοι των τριών μοιραία κάποια στιγμή διασταυρώνονται.

Η (πολύ κινηματογραφική) αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη και σε κάθε κεφάλαιο παρακολουθούμε διαδοχικά τις κινήσεις καθενός εκ των τριών κεντρικών χαρακτήρων ιδωμένες από την αντίστοιχη οπτική. Πολύ πετυχημένο τέχνασμα, το οποίο κορυφώνεται στις σκηνές όπου αυτοί συναντώνται οπότε και τις “βλέπουμε” σχεδόν δύο φορές –μία για την σκοπιά του καθενός.

 Εν κατακλείδι, πολύ καλό και αυτό το θρίλερ του Νέβιλ, αν και ο δαίμων των προσδοκιών ξαναχτύπησε : έχοντας εντυπωσιαστεί τόσο από το πρωτόλειό του, πήγα με αυξημένες προσδοκίες στην συνέχεια, με αποτέλεσμα τελικά να μην ενθουσιαστώ τόσο.

Ένα σημαντικό μειονέκτημα είναι ότι αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου και δεν μπορεί να διαβαστεί αυτόνομα.



Συνολικά υπάρχουν 55 υποσημειώσεις της μεταφράστριας, οι οποίες καταλαμβάνουν 16½  σελίδες, στο τέλος του βιβλίου.
Πρώτον, προσωπικά προτιμώ να έχω τις υποσημειώσεις στο κάτω μέρος των σελίδων, ώστε να μην αναγκάζομαι να διακόπτω την αναγνωστική ροή για να ανατρέχω στο τέλος.
Δεύτερον, αυτό που εγώ προτιμώ δεν θα μπορούσε να γίνει εδώ, αφού μερικές σημειώσεις είναι πολύ εκτεταμένες· χαρακτηριστικά, η 2η καταλαμβάνει 3½ σελίδες (!), η 16η μία σελίδα και οι περισσότερες από τις υπόλοιπες εκτείνονται σε μια (όχι μικρή) παράγραφο. Θαυμάζω την μεταφράστρια για την υπομονή της και για την έρευνα που έκανε ώστε να εμπλουτίσει την έκδοση, και συγχαίρω τον εκδότη που συνεργάζεται με ανθρώπους που έχουν τόσο μεράκι, αλλά στην πράξη δεν με βοήθησαν οι σημειώσεις (και ομολογώ πως από ένα σημείο και μετά δεν διέκοπτα την ανάγνωση για να τις διαβάσω).
Μια ιδέα που πιθανόν θα ήταν εφαρμόσιμη είναι να υπάρχουν συνοπτικές υποσημειώσεις στο τέλος των σελίδων ώστε να βοηθιέται ο αναγνώστης και οι (όποιες) εκτενέστερες επεξηγήσεις ας περιλαμβάνονται στο τέλος του βιβλίου.


¶¶
Μην παρασυρθεί κάποιος που του αρέσει το σκάκι και πάρει το βιβλίο γι’αυτόν τον λόγο· δεν αναφέρεται πουθενά στο μυθιστόρημα τίποτα σχετικό με σκάκι.


Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

«Η κάθοδος των τεσσάρων» - Nick Hornby

Το βιβλίο αυτό μου θύμισε μια ταινία που είχα δει πριν μια πενταετία περίπου. Δεν θυμάμαι το όνομά της, αλλά θυμάμαι ότι ήταν (κι αυτή) βρετανική και ότι περιέγραφε μια Αγγλία όπου κανείς δεν έλεγε ούτε το παραμικρό ψέμα. Μονάχα ολοκληρωτικές, ατόφιες και μη στρογγυλεμένες αλήθειες έβγαιναν από όλων τα χείλη.
Παρότι η σύλληψη ήταν πολύ ευφάνταστη και τα πρώτα είκοσι λεπτά της ταινίας ήταν ξεκαρδιστικά, εν τέλει αποδείχτηκε μια πατάτα.


εκδ. Πατάκη - σελ. 354
μτφ. Χίλντα Παπαδημητρίου


Τέσσερις -άγνωστοι μεταξύ τους- άνθρωποι αποφασίζουν να αυτοκτονήσουν πέφτοντας από την ταράτσα ενός ουρανοξύστη του Λονδίνου, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Ο Μάρτιν (γύρω στα πενήντα), η Μόριν (πενήντα ενός ετών), η Τζες (δεκαοκτώ) και ο Τζέι Τζέι (γύρω στα τριάντα) συναντιούνται τυχαία πάνω στην ταράτσα αλλά τελικά κανείς του δεν θα πέσει. Από εκείνη τη μέρα η μοναδική παρέα του καθενός θα είναι οι υπόλοιποι τρεις.

Πραγματικά δεν ξέρω τι περίμενα από αυτό το μυθιστόρημα. Μάλλον πολλά, αλλά όπως αποδείχτηκε, κακώς. Νομίζω πως περίμενα χιούμορ, δράμα, συγκίνηση, γέλιο, τροφή για σκέψη. Όλα αυτά μαζί ή έστω μερικά από αυτά. Τελικά βρήκα ελάχιστα.
Χιούμορ απλοϊκό και βεβιασμένο, γέλιο ανύπαρκτο, συγκίνηση σχεδόν μηδαμινή. Η πλοκή είναι εξαιρετικά χαλαρή· σκόρπια στιγμιότυπα μεταξύ των πρωταγωνιστών, που όμως δεν έχουν μεταξύ τους σύνδεση και ούτε φαίνεται να υπάρχει μια λογική συνέχεια ώστε να καταλήξουν κάπου, ενώ και το τέλος είναι απλά ανύπαρκτο. Ο συγγραφέας μοιάζει να μην έχει αποφασίσει τι μήνυμα θέλει περάσει με την ιστορία του και -ως φυσικό επακόλουθο- δεν έχει να μας παρουσιάσει και μια καλοσχεδιασμένη πλοκή με αρχή-μέση-τέλος.

Ο Χόρνμπι (γεν. 1957) διηγείται την ιστορία μέσω των τεσσάρων προσώπων, με διαδοχικούς μονολόγους. ΟΚ, καλό εύρημα, αλλά ούτε αυτό ήταν πολύ επιτυχημένο καθώς το ύφος που χρησιμοποιεί για τον καθέναν δεν πείθει και τόσο. Οι δύο άνδρες έχουν ακριβώς το ίδιο ύφος, ενώ και η Μορίν από την μέση και μετά συχνά παρουσιάζεται σαν χαζούλα (ενώ δεν εισήχθη ως τέτοια και ούτε είναι). Παραδόξως, ο χαρακτήρας που σκιαγραφήθηκε καλύτερα από όλους είναι αυτός της 18χρονης Τζες.

Το μοναδικό στοιχείο που κρατάω (και ίσως και να είναι το μήνυμα του βιβλίου) είναι μια σκέψη που κάνουν δύο από τους χαρακτήρες, η οποία συνοψίζεται στα λόγια της Τζες :
Αλλά ξέρετε πώς είναι όταν φυλάς πράματα καταχωνιασμένα στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου, σαν σε κουμπαρά για ώρα ανάγκης;  Για παράδειγμα, σκέφτεσαι, Μια μέρα, άμα δε θα τα βγάζω πέρα πια, θα αυτοκτονήσω. Μια μέρα, άμα θα τα’χω κάνει εντελώς σκατά, θα σηκώσω τα χέρια ψηλά και θα ζητήσω από τον μπαμπά και τη μαμά να με ξελασπώσουν. Να όμως που ο νοερός κουμπαράς για ώρα ανάγκης ήταν άδειος τώρα και η πλάκα είναι ότι από την αρχή δεν είχε τίποτα μέσα.


Μια ένσταση για την έκδοση : ένα από τα χαρακτηριστικά της ανάγνωσης είναι το ότι σου επιτρέπει να αφήνεις τη φαντασία σου ελεύθερη και μπορείς να φαντάζεσαι αυτά που διαβάζεις όπως εσύ θέλεις. Ε, λοιπόν, η συγκεκριμένη έκδοση δεν με άφησε να φανταστώ τους πρωταγωνιστές όπως εγώ θέλω, αφού επέλεξε να βάλει στο εξώφυλλο τους ηθοποιούς που ενσαρκώνουν τους ρόλους στην αντίστοιχη ταινία…


Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

«Άδεια εξόδου» - Céline Curiol

Ο Οργανισμός ιδρύθηκε για να προστατέψει τις μελλοντικές γενιές από τη μάστιγα του πολέμου και της τυραννίας και για να διασφαλίσει τον σεβασμό στα βασικά δικαιώματα του ανθρώπου σε όλον τον πλανήτη και ιδιαίτερα το δικαίωμά του στην ελευθερία. Ο Οργανισμός ιδρύθηκε πάνω στην αρχή της ισότητας των μελών του τα οποία έχουν την υποχρέωση να προσφεύγουν σ’αυτόν σε περίπτωση διένεξης.

εκδ. ποταμός - σελ. 235
μτφ. Σάντρα Βρέττα


Εκεί εργάζεται ως «συνοψιστής» ο (μη κατονομαζόμενος) ήρωας της ιστορίας μας. Τα καθήκοντά του περιλαμβάνουν την παρακολούθηση των συνεδριάσεων των αντιπροσώπων των χωρών και την συνοπτική καταγραφή των κυριότερων σημείων.
Οι ανώτεροί τού έχουν ζητήσει μια αντικειμενική και ειλικρινή αναφορά για τις συνθήκες ζωής και εργασίας στο πολυώροφο κτίριο του Οργανισμού και ετούτο το βιβλίο είναι ακριβώς αυτό : η αναφορά του.

Χωρίς να δηλώνεται καθαρά, το μυθιστόρημα χωρίζεται –νοητά– σε δύο μέρη.
Στο πρώτο μισό, με μία αφήγηση ακόμα πιο καφκική κι από έργα του Κάφκα, ο ήρωας περιγράφει λεπτομερώς την ζωή (του) μέσα στον Οργανισμό. Εκεί τα πάντα είναι προκαθορισμένα· το πού κοιμάται και τι ρούχα θα φοράει ο καθένας, με ποιους επιτρέπεται να έρχονται σε επαφή οι υπάλληλοι, σε ποια σημεία του κτιρίου έχουν δικαίωμα πρόσβασης και σε ποια όχι, κτλ.
Κι ο ίδιος ο αφηγητής, όμως, είναι υπόδειγμα υπαλλήλου. Τυπικότατος, είναι τόσο αφοσιωμένος στους κανονισμούς σε σημείο που δίνει την εντύπωση πως θα ήθελε ακόμα περισσότερους περιορισμούς στην καθημερινότητά του από εκείνους που έχουν ήδη επιβληθεί.
Γιατί αυτό που έχει σημασία είναι η δραστηριότητά μου στους κόλπους του Οργανισμού και ο τρόπος που την ασκώ· αυτό είναι που δίνει νόημα στις μέρες και στον χρόνο μου.
Όλα αυτά μέχρι να αποκτήσει επαφές με έναν άλλον συνοψιστή (άρα και ανταγωνιστή του), τον Α. Ο Α., που φαίνεται πολύ λιγότερο ανεκτικός στο αυστηρό περιβάλλον, μέρα με τη μέρα καταφέρνει και φέρνει κλυδωνισμούς στην προσήλωση του αφηγητή στους πιεστικούς κανονισμούς του Οργανισμού.


Το πρώτο μέρος μου άρεσε αρκετά. Η καφκική αφήγηση είναι πολύ πετυχημένη και μεταδίδει άριστα το κλίμα εγκλεισμού και αυστηρότητας· σε κάνει να νιώθεις ότι βρίσκεσαι κι εσύ μέσα σ’αυτήν την αποπνικτική κατάσταση των διαρκών περιορισμών και της σκληρής πειθαρχίας.

Αντίθετα δεν ευχαριστήθηκα τόσο το δεύτερο μέρος. Η αφήγηση γίνεται (εάν είναι δόκιμος ο όρος) “υπερβολικά λογοτεχνική” σε σχέση με προηγουμένως (βέβαια, προφανώς με σκοπό να αναδειχθεί η μεταβολή των συναισθημάτων του κεντρικού ήρωα), ενώ με ξένισε και ένα εύρημα που χρησιμοποίησε η Curiol, το οποίο κατά τη γνώμη μου, περισσότερο μπερδεύει και αποπροσανατολίζει από τους προβληματισμούς που αλληγορικά επιχειρεί η ίδια να μας μεταφέρει, παρά προσφέρει κάτι στην πλοκή.


Μπορεί κανείς να διαβάσει τις πρώτες σελίδες, στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...